Αναζήτηση
στο iShow.gr
στο πρόγραμμα τηλεόρασης
Σκλάβοι χωρίς αλυσίδες - iShow.gr
Σκλάβοι χωρίς αλυσίδες (Kapò)
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
VIDEO
Πολεμική
Δραματική
Ιστορική
Είδος
Πολεμικό δράμα συμπαραγωγής Ιταλίας, Γαλλίας και Γιουγκοσλαβίας 1960 σε επανέκδοση
Διάρκεια
116'
Συντελεστές
Σκηνοθεσία
Μουσική
Υπόθεση
«Το μαύρο τρίγωνο στο χιτώνιο είναι για τους εγκληματίες. Οι πολιτικοί κρατούμενοι έχουν κόκκινο. Οι εβραίοι έχουν ένα κίτρινο άστρο. Τα μαύρα τρίγωνα έχουν την καλύτερη μεταχείριση. Είναι η αφρόκρεμα. Ανάμεσά τους διαλέγουν οι SS τους επίλεκτους φρουρούς για τα στρατόπεδα…
Τους αποκαλούν ΚΑΠΟ»
Σε αυτήν την κλασσική ταινία παρακολουθούμε την ιστορία μιας Εβραίας έφηβης που μαζί με την οικογένειά της καταλήγει σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Καταφέρνει να επιβιώσει με την παρέμβαση ενός Εβραίου γιατρού οποίος την βοηθάει να υιοθετήσει την ταυτότητα μιας νεαρής γυναίκας που είχε πρόσφατα πεθάνει. Έτσι, η Εντιθ ξαναγεννιέται σαν Νικολ και δεν είναι πλέον εβραία, τουλάχιστον όχι στα χαρτιά. Στην αρχή, βιώνει αβάστακτη λύπη για τον χαμό των γονιών της, καθώς όμως ο καιρός περνά, συνειδητοποιεί πως αυτή η στάση δεν θα την βοηθήσει να επιβιώσει. Έτσι, εμπλέκεται σε ερωτική σχέση με έναν γερμανό αξιωματικό παρόλο που είναι μόλις 14 χρονών και αρχίζει να αποκτά προνόμια έως ότου στο τέλος αποκτά την ιδιότητα μια Καπό, αποκτώντας εξουσία πάνω στις άλλες αιχμάλωτες γυναίκες. Έχει πλήρη επίγνωση ότι είναι ένας μονόδρομος προς την επιβίωση αλλά ταυτόχρονα βασανίζεται από τύψεις παρόλο που δεν δείχνει ποτέ το παραμικρό συναίσθημα ή αδυναμία. Μόνον αφού τελικά γίνεται μάρτυρας της αυτοκτονίας μια αγαπημένης της φίλης της, της Terese, και ενώ έχει ερωτευτεί έναν ρώσο αιχμάλωτο πολέμου, τον Sascha, καταφέρνει επιτέλους να αποκαταστήσει μέσα της, τις ανθρώπινες αξίες που κάποτε ήταν αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξής της…Την περιμένει ένα τραγικό τέλος όταν…
Trailer
Φωτογραφίες
Πληροφορίες
Πολεμικό δράμα συμπαραγωγής Ιταλίας, Γαλλίας και Γιουγκοσλαβίας 1960 σε επανέκδοση το 2014

Το μαύρο τρίγωνο στο χιτώνιο είναι για τους εγκληματίες. Οι πολιτικοί κρατούμενοι έχουν κόκκινο. Οι εβραίοι έχουν ένα κίτρινο άστρο. Τα μαύρα τρίγωνα έχουν την καλύτερη μεταχείριση. Είναι η αφρόκρεμα. Ανάμεσά τους διαλέγουν οι SS τους επίλεκτους φρουρούς για τα στρατόπεδα…
Τους αποκαλούν ΚΑΠΟ»

Υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας 1961!
«Η προβολή της ταινίας διακόπηκε 9 φορές από το έντονο, ομόφωνο και ατελείωτο χειροκρότημα του κοινού… το τελικό χειροκρότημα κράτησε 12 λεπτά καταρρίπτοντας όλα τα ρεκόρ στην Βενετία»

Μόνο μία από τις έξι εκατομμύρια ανείπωτες ιστορίες
που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε…

Σφύζει από ενέργεια! Δυνατό, έντονο, διορατικό, επίκαιρο όσο ποτέ.
Μια ταινία σταθμός, μια ανεπανάληπτη κινηματογραφική εμπειρία.

Μέσα στο μίσος, τη βία και την κτηνωδία, εκεί που άνθρωποι και συνειδήσεις εκμηδενίζονται. Μόνο ένα πράγμα δεν μπορεί να καταστραφεί: Η ΑΓΑΠΗ.

«Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη
του κάθε άλλο παρά μύθος είναι.»
Βασίλης Ραφαηλίδης

«Ο Ποντεκόρβο είναι ένας Μαρξιστής του πιο επικίνδυνου είδους:
ένας Μαρξιστής ποιητής»
Pauline Kael, Αμερικανίδα κριτικός κινηματογράφου


kapo
ΙΤΑΛΙΑ-1960
Ασπρόμαυρη 116‘

«Το μαύρο τρίγωνο στο χιτώνιο είναι για τους εγκληματίες. Οι πολιτικοί κρατούμενοι έχουν κόκκινο. Οι εβραίοι έχουν ένα κίτρινο άστρο. Τα μαύρα τρίγωνα έχουν την καλύτερη μεταχείριση. Είναι η αφρόκρεμα. Ανάμεσά τους διαλέγουν οι SS τους επίλεκτους φρουρούς για τα στρατόπεδα…
Τους αποκαλούν ΚΑΠΟ»
Στην υποψήφια για Βραβείο Καλύτερης Ξένης Ταινίας το 1961 και δεύτερη ταινία του Gillo Pontecorvo πρωταγωνιστεί η Σούζαν Στρασμπεργκ σε ένα ρόλο όπου κάνει τα πάντα για να επιβιώσει, ακόμα στο πλευρό του εχθρού, ως μέλος της Καμεραντενπολιτσάι του σώματος στην ουσία των καταδοτών-εποπτών των υπόλοιπων αιχμαλώτων προσδοκώντας σε προνόμια και εξουσίες όπως η απαλλαγή από την καταναγκαστική εργασία και φυσικά η ασυλία και η προστασία από τον ίδιο τον μαρτυρικό θάνατο.

Ο ίδιος ο Pontecorvo, πολέμησε στην Ιταλική Αντίσταση ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και σε αυτήν την ταινία προσπαθεί να παρουσιάσει μια ρεαλιστική εικόνα της πραγματικότητας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κάτι που φυσικά καμία ταινία δεν μπορεί πλήρως να αποδώσει χωρίς να αγγίζει τα όρια του μελοδράματος.

Η Strasberg, που είχε προηγουμένως πρωταγωνιστήσει στο ημερολόγιο της Άννας Φρανκ αρκετά χρόνια πριν, στην ταινία υποδύεται την ΄Εντιθ, που αφού έχει βιώσει τον θάνατο των γονιών της στους θαλάμους αερίων, και με την παρέμβαση της Σοφίας-μιας φίλης της- έρχεται σε επαφή με τον γιατρό του στρατοπέδου που της απλώνει μια σανίδα σωτηρίας. Της κόβει τα μαλλιά, την ντύνει με τα ρούχα της αιχμάλωτης κοπέλας που είχε πεθάνει το ίδιο πρωί και την στέλνει σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας όπου έχοντας πλέον μια νέα ταυτότητα γίνεται μάρτυρας τρομακτικών συμβάντων όπως ο απαγχονισμός μιας κοπέλας που είχε κριθεί ένοχη για σαμποτάζ.

Μέσα στην απόγνωσή της να παραμείνει ζωντανή, προσφέρει το κορμί της σε ένα γερμανό αξιωματικό. Παρόλο που αυτή η σχέση δεν προχωράει πολύ, οδηγεί την Νικόλ στο να αποδεχθεί τον ρόλο μιας Καπό, και να μεταμορφωθεί από θύμα σε θύτη που φροντίζει για την εφαρμογή των σκληρών κανονισμών του στρατοπέδου. Μόνον αφού τελικά γίνεται μάρτυρας της αυτοκτονίας μια αγαπημένης της φίλης της, της Terese, και ενώ έχει ερωτευτεί έναν ρώσο αιχμάλωτο πολέμου, τον Sascha, καταφέρνει επιτέλους να αποκαταστήσει μέσα της τις ανθρώπινες αξίες που κάποτε ήταν αναπόσπαστο μέρος της ύπαρξής της…

Η ταινία αυτή έστρωσε το δρόμο και τις βάσεις για την αριστουργηματική ταινία του Pontecorvo, The Battle of Algiers που ακολούθησε μερικά χρόνια αργότερα.
Η ταινία του αυτή και ο ίδιος είχε προταθεί για 3 ΟΣΚΑΡ (1967 & 1969) και κέρδισε 7 βραβεία σε άλλα φεστιβάλ [BAFTA (1972) , Italian National Syndicate of Film Journalists (1967), Kinema Junpo (1968) & Venice Film Festival (1966).13)


Είπαν για τον σκηνοθέτη…

Η Pauline Kael, Αμερικανίδα κριτικός κινηματογράφου, κάποτε είπε ότι ο Gillo Pontecorvo ήταν

«ένας Μαρξιστής του πιο επικίνδυνου είδους: ένας Μαρξιστής ποιητής»

Ο ίδιος δήλωνε…

Παρόλο που ο σκηνοθέτης είχε αποχωρήσει από το Κομμουνιστικό Κόμμα ήδη από το 1956 ως ένδειξη διαμαρτυρίας της Σοβιετικής εισβολής στην Ουγγαρία, αλλά όπως είναι εμφανές στις ταινίες του, θα έμενε πάντα αφοσιωμένος στις κοινωνικές αλλαγές «Είμαι πάντα αριστερός» δήλωνε σε συνέντευξη του το 1992 «αναζητώντας …έναν τρόπο να αλλάξω τα φρικτά πράγματα στον κόσμο μας».
Gillo Pontecorvo
Γεννημένος στην Πισα της κεντρικής Ιταλίας στις 19 Νοεμβρίου του 1919,
ο Gillo ήταν γιος ενός ευκατάστατου εβραίου επιχειρηματία και αδελφός
του διακεκριμένου φυσικού Βruno Pontecorvo. Διακρίνεται στη χημεία κατά
τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο της Πίσας. Εκεί για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, όταν έρχεται σε επαφή με αριστερούς φοιτητές και καθηγητές. Το 1938, λίγο μετά την αποφοίτηση του και αντιμετωπίζοντας τον αυξανόμενο αντισημιτισμό, μετακομίζει στη Γαλλία όπου εργάζεται ως ανταποκριτής των Ιταλικών εφημερίδων La Republica και Paese Sera. Παράλληλα εργάζεται και ως καθηγητής τένις.
Στο Παρίσι έρχεται σε επαφή με τον κόσμο του κινηματογράφου και ξεκινά να γυρνάει μικρά ντοκιμαντέρ. Γίνεται βοηθός του Joris Ivens, γνωστού ντοκιμαντερίστα και Μαρξιστή. Ο Pontecorvo αρχίζει να συναναστρέφεται με κόσμο που διευρύνει τους ορίζοντες του, μεταξύ των οποίων, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Ιγκόρ Στραβίνσκι
και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου ο Pontecorvo αναπτύσσει τα πολιτικά του πιστεύω. Επηρεάζεται ιδιαίτερα όταν πολλοί φίλοι
του από το Παρίσι πηγαίνουν στην Ισπανία για να πολεμήσουν στον Εμφύλιο Πόλεμο. Το 1948 γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας.
Ο ίδιος συνήθιζε να λέει: “Δεν είμαι ένας καθ’ αυτού επαναστάτης. Είμαι απλός ένας άνθρωπος της Αριστεράς, όπως πολλοί Ιταλοεβραίοι”.
Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την επιστροφή του στην Ιταλία, αφήνει τη δημοσιογραφία για τον κινηματογράφο, αφού βλέπει το "Paisa" του Rossellini. Γυρίζει πολλά ντοκιμαντέρ, τα οποία χρηματοδοτεί μόνος του. Το 1957 γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το “The Wide Blue Road”. Από εκεί μπορούμε ήδη να διακρίνουμε την σκηνοθετική ωριμότητα που τον χαρακτηρίζει στις επόμενες ταινίες του. Η ταινία βραβεύεται στο Karlovy Vary International Film Festival.


O Pontecorvo ξοδεύει μήνες και μερικές φορές χρόνια, προκειμένου να μαζέψει το υλικό χρειάζεται για τις ταινίες του. Τα επόμενα δυο χρόνια ετοιμάζει το Kapo, ένα δράμα που εκτυλίσσετε σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο. Το 1961 είναι υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Η μάχη του Αλγερίου είναι αριστούργημα Pontecorvo και θεωρείται ευρέως ως μία από τις καλύτερες ταινίες του είδους. Η απεικόνιση της αλγερινής αντίστασης, ακολουθεί τα χνάρια νεορεαλιστών πρωτοπόρων δημιουργών, όπως ο de Santis
και ο Rossellini. Ο Pontecorvo σαφώς διάβαζε Frantz Fanon την εποχή που γύρισε
τη Μάχη του Αλγερίου, μιας και οι αντιλήψεις του αντανακλώνται στην ταινία,
αν και σε απλοποιημένη μορφή.
Το αριστούργημα του, καταφέρνει να προβληθεί ευρύτατα στις Ηνωμένες Πολιτείες και είναι υποψήφιο για δύο Όσκαρ, σκηνοθεσίας και πρωτότυπου σεναρίου.
Η ταινία ήταν και παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής στην Αλγερία, παρέχοντας μια λαϊκή μνήμη στον αγώνα για ανεξαρτησία.
Το επόμενο μεγάλο έργο του είναι το “Burn!”(1969), στο οποίο πρωταγωνιστεί
ο Marlon Brando και έχει σαν θέμα την πάλι την αποικιοκρατία, αυτή τη φορά
στις Αντίλλες. Συνεχίζει να γυρίζει άκρως πολιτικές ταινίες και ντοκιμαντέρ
και το 1992 αντικαθιστά τον Guglielmo Biraghi ως διευθυντής του Φεστιβάλ Βενετίας, το οποίο διευθύνει για τις τρεις επόμενες χρονιές.
Το 2006 πεθαίνει από καρδιακή ανεπάρκεια στη Ρώμη σε ηλικία 86 ετών.

Φιλμογραφία (επιλεκτική):
2003 Firenze, il Nostro Domani
2001 Un Altro Mondo e Possibile
1980 Ogro
1969 Queimada
1966 La Battaglia di Algeri
1959 Kapo
1957 La Grande Strada Azzurra
1954 Porta Portese


Ο Τζίλο Ποντεκόρβο
του Βασίλη Ραφαηλίδη


«…Ο Τζίλο Ποντεκόρβο είναι γιος του διάσημου ατομικού επιστήμονα που κατέφυγε στην Σοβιετική Ένωση αμέσως μετά τον πόλεμο, συναποκομίζοντας κάποια μυστικά. Ήταν λογικό ο θρύλος του πατέρα να συνοδεύει και τον γιο, πολύ περισσότερο όταν κι αυτός, όπως ο πατέρας, δεν έκρυβε την μαρξιστική του τοποθέτηση. Ο Ποντεκόρβο, άνθρωπος κολοσσιαίας κουλτούρας, χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο κατά κάποιον τρόπο σαν χόμπι ή μάλλον όταν νομίζει πως έχει να πει κάτι το πολύ σημαντικό. ΄Οντας μαθητής και φίλος του Γιόρις Ιβενς γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ-και μόνον τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους από τις οποίες το Καπό (1960) τον έκανε διεθνώς γνωστό…»

«Ο Ποντεκόρβο, ένας μανιακός περφεκτιονίστας που δουλεύει χρόνια πάνω σε ένα σενάριο, είναι ένας δημιουργός με στιλ απολύτως προσωπικό. Αρνούμενος κατηγορηματικά τις ευκολίες του στούντιο, γυρίζει πάντα σε φυσικούς χώρους, στους οποίους, όμως κάνει τόσες επεμβάσεις ώστε αυτοί να μεταλλάσσουν σ’ ένα πελώριο ντεκόρ. Έτσι, ο Ποντεκόρβο-ντοκιμαντερίστας βρίσκεται πάντα στο οικείο του περιβάλλον ελέγχοντας και την τελευταία του λεπτομέρεια, σαν να επρόκειτο για ένα στημένο ντεκόρ λίγων τετραγωνικών μέτρων.»

«…Βέβαια, έτσι γινόταν πάντα και ο Ποντεκόρβο δεν κομίζει γλαύκα εις Αθήνας.Όμως γνωρίζετε πολλούς κινηματογραφιστές που κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο της ιστορίας και ως αντικείμενό της; Ο Ποντεκόρβο δεν απλοποιεί την διαλεκτική για λόγους σκοπιμότητας και κατανοητότητας. Προτιμάει τη χεγκελιανή φόρμουλα «ταυτότητα της ταυτότητας και της μη ταυτότητας» παρά την υπεραπλουστευμένη της μορφή «θέση-αντίθεση-σύνθεση» που προκάλεσε τόσες συγχύσεις και τόσες παρανοήσεις με την έννοια της χρονικής διαδοχής που προϋποθέτει. Στο χεγκελιανό σχήμα, κάτι «είναι και ταυτόχρονα παύει να είναι» την ίδια στιγμή, η κατάφαση εμπεριέχει την άρνησή της. Στο εκλαϊκευτικό σχήμα , η άρνηση έπεται χρονικά της κατάφασης και σε ένα χρονικό στάδιο δημιουργεί μια νέα κατάφαση.
Ο Ποντεκόρβο είναι ένας πολύ μεγάλος διαλεκτικός, και η φήμη του κάθε άλλο παρά μύθος είναι. Ο Γαβράς και οι όμοιοί του, αν τον πρόσεχαν λιγάκι (αν έπιαναν και κανένα βιβλίο στο χέρι τους), θα ντρέπονταν για ταινίες σαν την Κατάσταση πολιορκίας π.χ. με την οποία ο θεατής, αν βρει κάποιες ομοιότητες θα πρέπει να τις θεωρήσει εντελώς τυχαίες…»

Από το Βήμα 15.4.1975


Πέθανε ο Τζίλο Ποντεκόρβο

Και μόνο τη «Μάχη της Αλγερίας» να είχε γυρίσει ο Τζίλο Ποντεκόρβο θα ήταν αρκετό για να εξασφαλίσει μια διακριτή θέση στο σκηνοθετικό πάνθεον. H ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη το 1966 σε ύφος ντοκουμέντου, ακριβής, πλήρης αποχρώσεων και συναισθημάτων, που αποτυπώνει την εξέγερση των Αλγερινών κατά των Γάλλων αποικιοκρατών, θα αρκούσε για να προσφέρει στον Ιταλό σκηνοθέτη την αθανασία. O Ποντεκόρβο πέθανε ξημερώματα Παρασκευής σε νοσοκομείο της Ρώμης σε ηλικία 86 ετών εξαιτίας προβλημάτων με την καρδιά του.
Γεννημένος το 1919 στην Πίζα από ευκατάστατη οικογένεια Εβραίων, συνέταξε μια περιορισμένη φιλμογραφία (εξ ου και το προσωνύμιο «τεμπέλης σκηνοθέτης»), με 20 τίτλους σε διάστημα μισού αιώνα. Ανάμεσά τους: «O δρόμος της οργής» (1957, με τον Ιβ Μοντάν και την Αλίντα Βάλι), «Kapo» («Σκλάβος χωρίς αλυσίδες», 1961, με τη Σούζαν Στράσμπεργκ), «Κουεμάντα» (1969, με τον Μάρλον Μπράντο), «Ogro» (1980) κ.ά. Ομως, η φήμη του απλώθηκε σε όλο τον κόσμο όταν απέσπασε το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας και τρεις υποψηφιότητες για Οσκαρ για τη «Μάχη της Αλγερίας». Στη Βενετία επέστρεψε ως διευθυντής του Φεστιβάλ ('92 - '94). O Ποντεκόρβο άφησε το ίχνος του ως βαθιά πολιτικοποιημένος αριστερός σκηνοθέτης, με αντιστασιακή δράση και μεγάλη κοινωνική ευαισθησία.
από την Καθημερινή:
ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 14.10.2006


Εμανουέλ Ριβά: Η γυναίκα της χρονιάς (είναι έτοιμη για το Οσκαρ της!) www.flix.gr του Μανώλη Κρανάκη

Είναι αναμφισβήτητα η γυναίκα της χρονιάς, ένα φάντασμα που ήρθε από το παρελθόν για να λυγίσει κάθε προκατάληψη περί ηλικιακών ορίων και η ολοζώντανη απόδειξη πως αργά ή γρήγορα για κάθε άνθρωπο έρχεται η δικαίωση.

«Δεν ήθελα ποτέ να γίνω σταρ. Ποτέ. Προσπάθησα να κάνω μόνο τα πράγματα που με ευχαριστούσαν και ήθελα να κάνω διαφορετικά πράγματα. Είναι τρομακτικό να βλέπεις ηθοποιούς να αναπαράγουν την ίδια εικόνα συνεχώς.»
Με 11 μόλις σημαντικές ταινίες στο ενεργητικό της, η Εμανουέλ Ριβά ήταν πριν την «Αγάπη» του Μίκαελ Χάνεκε μια από αυτές τις περιπτώσεις ηθοποιών που υπήρξαν μύθοι για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και ιστορικές σελίδες του ευρωπαϊκού σινεμά, αλλά ποτέ μια ηθοποιός με συνεχή παρουσία, ποικιλία ρόλων ή ένα έργο για το οποίο θα άξιζε κανείς να αναφερθεί εκτενώς, αφου η καριέρα της υπήρξε πάντοτε συνδεδεμένη (και όχι άδικα) με την πρώτη ταινία στην οποία πρωταγωνίστησε.
Αυτή δεν ήταν άλλη από το «Χιροσίμα Αγάπη Μου» του Αλέν Ρενέ, η ταινία που άλλαξε για πάντα το ευρωπαϊκό σινεμά, χαρακτηρίστηκε ως η «Γέννηση Ενός Εθνους» του γαλλικού κινηματογράφου και δεν σταμάτησε ποτέ να θεωρείται μια από τις πιο μοντέρνες, πρωτότυπες και ανανεωτικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ.
Στην πραγματικότητα, η Εμανουέλ Ριβά, πριν την «Αγάπη» του Μίκαελ Χάνεκε ήταν η Αυτή στο «Χιροσίμα Αγάπη Μου» του Αλέν Ρενέ, μια εκθαμβωτική γυναίκα (τότε 32 ετών) που ενσάρκωνε στο αψεγάδιαστο πρόσωπό της όλο τον αφαιρετικό και ταυτόχρονα σπαρακτικό ρομαντισμό της ιστορίας που έγραψε η Μαργκερίτ Ντιράς για να γίνει μέσα στα χρόνια η γυναίκα - μνήμη του γαλλικού σινεμά, ένα σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, μια από τις πιο συγκλονιστικές παρουσίες που κινηματογραφήθηκαν ποτέ περνώντας αυτόματα στην αθανασία.
Από το το 1959 και μετά η Ριβά πρωταγωνίστησε στο «Kapo» του Τζίλο Ποντεκόρβο (υποψήφιο για Οσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας), στο αριστουργηματικό «Leon Morin, Priest» του Ζαν - Πιερ Μελβιλ, στο «Therese Desqueyroux» του Ζορζ Φρανζί (κερδίζοντας το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ της Βενετίας), στο «Thomas l'imposteur» πάλι του Ζορζ Φρανζί και στο «Les risques du Μetier» του Αντρέ Καγιάτ.
Από το 1967 και την ταινία του Καγιάτ, η Ριβά εμφανίστηκε ξανά σε μικρούς ρόλους. Οι σημαντικότεροι, το 1993 ως η μητέρα της Ζιλιέτ Μπινός στο «Τρία Χρώματα: Μπλε» του Κριστόφ Κισλόφσκι, στο «Venus Beaute» της Τόνι Μαρσάλ το 1999, στο «Medee» του 2001, στο «Un Homme et Son Chien» μαζί με τον Ζαν - Πολ Μπελμοντό το 2009 και ως μητέρα της Ζιλί Ντελπί στο «Le Skylab» της ίδιας το 2011.
Ξεχασμένη σαν μια πολύτιμη σελίδα του γαλλικού σινεμά που όμως δεν ξανάνοιξε ποτέ, η Εμανουέλ Ριβά δεν είναι τυχαίο ότι περιγράφει όλο αυτό που της συμβαίνει μετά την «Αγάπη» του Μίκαελ Χάνεκε ως ένα «παραμύθι».
Με μόλις μια ταινία (και - ναι - μια ερμηνεία από αυτές που δύσκολα θα ξεχάσει πλέον η ιστορία του σινεμά), η Εμανουέλ Ριβά στα 86 της χρόνια είδε την «Αγάπη» να κερδίζει το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, είδε την κριτική και τους θεατές σε όλον τον πλανήτη να παραληρούν από... αγάπη για την «Αγάπη», είδε τους Αμερικάνους να υποκλίνονται στην ερμηνεία της και το όνομά της ανάμεσα στις πέντε υποψήφιες για το Οσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου, ως η γηραιότερη γυναίκα στην ιστορία της Ακαδημίας.

Κυρίως, αυτό που είδε η Εμανουέλ Ριβά ήταν ένα γύρισμα της τύχης που συμβαίνει σε λίγους ανθρώπους σε αυτή τη ζωή. Ο Μίκαελ Χάνεκε ήταν σίγουρος πως την ήθελε για το ρόλο της Αν, η ίδια δέχθηκε βρίσκοντας στο σενάριο που διάβασε ακριβώς αυτό που ζητούσε στην ηλικία που είχε φτάσει και η συνέχεια δεν έχει σταματήσει να γράφεται με χρυσά γράμματα.
Στην πραγματικότητα δεν έχει καμία σημασία αν η Εμανουέλ Ριβά κερδίσει το Οσκαρ στα τέλη Φεβρουαρίου. Το σημαντικό είναι πως έγινε «σταρ» με τους δικούς της όρους και κέρδισε τον αναμφισβήτητο τίτλο της «γυναίκας της χρονιάς» ακριβώς τη στιγμή όπου κανένας δεν θα στοιχημάτιζε πάνω της, εκμηδενίζοντας όλο το κενό ανάμεσα στα 60s και τα 2010s με μια και μόνο (συγκλονιστική) ερμηνεία και κρατώντας από το «Χιροσίμα Αγάπη Μου» μόνο την...Αγάπη!
Δεν έχουμε και πολλά ακόμη να πούμε... παρά να υποκλιθούμε.


Συμμετέχουν
Susan Strasberg
Edith, alias Nicole Niepas
Λοράν Τερζιέφ
Sascha
Εμανουέλ Ριβά
Terese
Didi Perego
Sofia
Gianni Garko
Karl, German Soldier
Annabella Besi
Graziella Galvani
Paola Pitagora
Eleonora Bellinzaghi
Bruno Scipioni
iShow.gr - Ο κόσμος της Showbiz