Αναζήτηση
στο iShow.gr
στο πρόγραμμα τηλεόρασης
Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά - iShow.gr
Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά (Extremely Loud and Incredibly Close)
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
VIDEO
Δραματική
Είδος
Δραματική ταινία αμερικανικής παραγωγής 2011
Διάρκεια
130'
Συντελεστές
Υπόθεση
Ο 11χρονος Όσκαρ είναι πεπεισμένος πως οπατέρας του (Τομ Χανκς), που πέθανε στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, στο World Trade Center, του έχει αφήσει ένα τελευταίο μήνυμα κάπου στην πόλη. Νιώθοντας αποκομμένος από την μαμά του (Σάντρα Μπούλοκ) και μη θέλοντας να πιστέψει σε πράγματα που δεν μπορεί να παρατηρήσει, ο Όσκαρ αρχίζει να ψάχνει στην Νέα Υόρκη, για την κλειδαριά που ταιριάζει σε ένα μυστηριώδες κλειδί που βρήκε στην ντουλάπα του μπαμπά του. Το ταξίδι του στην πόλη θα τον βοηθήσει να ξεπεράσειτην απώλεια που βίωσε και να καταλάβει καλύτερα τον κόσμο γύρω του.
Trailer
Φωτογραφίες
Πληροφορίες
Ο Στίβεν Ντάλντρι σκηνοθετεί τους Τομ Χανκς, Σάντρα Μπούλοκ και Τόμας Χόρν στην κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. Η σκηνοθεσία της ταινίας είναι του Στίβεν Ντάλντρι (“The Reader”,“The Hours”, “Billy Elliot”) και το σενάριο του Έρικ Ροθ (“ForrestGump”, “The Insider”).

Πρωταγωνιστούν οι Τομ Χανκς, Σάντρα Μπούλοκ, Τζέιμς Γκαντολφίνι, Ζόι Κάλντγουελ, Μαξ Φον Σίντοφ, Βαιόλα Ντέιβις,Τζέφρι Ράιτ και ο πρωτοεμφανιζόμενος, 11χρονος, Τόμας Χορν, στον πρωταγωνιστικό ρόλο.­

Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μελάνι.

2 ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΟΣΚΑΡ
ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
Β΄ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ (Μαξ Φον Σίντοφ)



ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Το 2005 ο νοβελίστας Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, αναγνωρισμένος ήδη για το μείγμα κωμωδίας και τραγωδίας, στο συγγραφικό του ντεμπούτο “Everything Is Illuminated,” κυκλοφόρησε το δεύτερο του βιβλίο με τίτλο “Εξαιρετικά Δυνατά & Απίστευτα Κοντά”. Η δεύτερη του νουβέλα ήταν από την μια πλευρά η παιχνιδιάρικη ιστορία ενός ασυνήθιστα αναπτυγμένου και ευαίσθητου αγοριού που εφευρίσκει φανταστικές συσκευές, ονειρεύεται να ασχοληθεί με την αστροφυσική, συλλέγει τυχαίες πληροφορίες και εξωθείται σε μια δονκιχωτική οδύσσεια στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Την ίδια στιγμή, η νουβέλα ήταν το πρώτο σημαντικό λογοτεχνικό εγχείρημα γύρω από τη θλίψη των οικογενειών που έχασαν μέλη της οικογένειας τους, στα γεγονότα της 9ης Σεπτεμβρίου (9/11), και μια μελέτη στον τρόπο που η φαντασία ενός παιδιού, μπορεί να τον βοηθήσει, να αντιμετωπίσει τον φόβο και την απερίγραπτη απώλεια του, στον απόηχο γεγονότων που καμία λογική εξήγηση δεν μπορεί να συμφιλιώσει.
Όταν ο σκηνοθέτης Στίβεν Ντάλντρι – τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ® για τις ταινίες “The Reader,” “The Hours” και “Billy Elliot” – διάβασε το βιβλίο, του άρεσε ιδιαίτερα η υποκειμενική ματιά του Όσκαρ. Ένα ασυνήθιστο παιδί, με εντυπωσιακά υψηλή ευφυΐα, με εκκεντρικές όμως, και υπερβολικές συμπεριφορές που θα μπορούσαν να τον εντάξουν στο φάσμα του αυτισμού, ο Όσκαρ περιγράφει τον κόσμο γύρω του με το δικό του, ιδιαίτερο μείγμα αθωότητας και διορατικότητας, αμηχανίας και θέλησης, ακατανοησίας και μιας ανάγκης να καταλάβει. Περισσότερο απ’ όλα, το ενδιαφέρον του Ντάλντρι κέρδισε ο τρόπος που η ματιά και η φαντασία ενός παιδιού, συνδύαζε σκόρπιες σκέψεις, αναλαμπές μνήμης, λίστες με ιδέες και αυτοσχέδια φαντασία, με αληθινό συναίσθημα – όλα τη στιγμή που η ζωή - για την οικογένεια του Όσκαρ και τον κόσμο γύρω του - άλλαξε αμετάκλητα.
Ο Ντάλντρι ήθελε επίσης να μάθει περισσότερα για το ιδιαίτερο τραύμα που βίωσαν 3,000 παιδιά που έχασαν δικούς τους ανθρώπους στα γεγονότα του 9/11, και τον αγώνα τους να προσαρμοστούν. Ζήτησε συμβουλές από ειδικούς, όπως η οργάνωση Tuesday’s Children, μια μη κερδοσκοπική ομάδα που δημιουργήθηκε από οικογένειες και φίλους θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου, για να βοηθήσει στις ιδιαίτερες και συνεχιζόμενες προκλήσεις αυτών που οι αγαπημένοι τους πέθαναν στις τρομοκρατικές επιθέσεις.
Η πολύ προσωπική εμπειρία του Όσκαρ για την 11η Σεπτεμβρίου, και το ότι επακολούθησε, μεταφέρθηκε στο κινηματογραφικό πανί από το σεναριογράφο Έρικ Ροθ, που ήθελε να είναι πιστός στην διακριτική αμεσότητα της νουβέλας του Φόερ. “Είναι ένα βιβλίο με έντονο συναίσθημα και ελπίζω να είναι μια συναισθηματική ταινία,” λέει ο Ροθ. “Υπάρχει επίσης μια αληθινή κινητική ενέργεια στο βιβλίο – και η πρόκληση ήταν να την μεταφέρεις σε εικόνα.”
Το βιβλίο συνέπλεξε πολλά θέματα – προσωπικού και εθνικού τραύματος, παιδικής παραδοξότητας, της φύσης της απώλειας και της ανθεκτικότητας της αγάπης, μέσω της οικογενειακής δοκιμασίας – στον καμβά του. Κάθε ένα από τα θέματα ήταν σημαντικό στην αφήγηση, αλλά ο Ροθ βρήκε το δρόμο του σε όλα, μέσα από ένα σημαντικό στοιχείο: την σχέση του Όσκαρ με τον πατέρα του Τόμας, που τον βλέπουμε στο φιλμ μέσω των αναμνήσεων του Όσκαρ που τροφοδοτούνται από ένα παράξενο μείγμα αγάπης, απώλειας και αναπάντητων, παρατεταμένων ερωτήσεων.
Στον Όσκαρ λείπουν πολύ οι επονομαζόμενες και “αναγνωριστικές αποστολές,” έξυπνα παζλ που έφτιαχνε ο Τόμας για να λύσει ο γιος του, τα οποία πέρα από την έμπνευση τους, είχαν ως στόχο να τον βοηθήσουν να αλληλεπιδράσει με τον κόσμο παρά την κοινωνική του αδεξιότητα.
Έτσι όταν θα βρει το μυστηριώδες κλειδί που είναι κρυμμένο στον πάτο ενός βάζου, κρυμμένο στην ντουλάπα του μπαμπά του, ο Όσκαρ θα ξεκινήσει μια νέα αποστολή… να αναζητήσει τη σημασία του κλειδιού.
Το μοναδικό στοιχείο στην έρευνα του είναι το όνομα “Μπλακ,” γραμμένο στον φάκελο, μέσα στον οποίο το βρήκε. Φτιάχνει τότε ένα φιλόδοξο σχέδιο, να επισκεφθεί τους 472 ανθρώπους με το όνομα Μπλακ στους τηλεφωνικούς καταλόγους της Νέας Υόρκης, παρότι, κάνοντας υπολογισμούς, θα χρειαστεί περίπου τρία χρόνια για να τους επισκεφθεί όλους. Σχεδιάζει με ακρίβεια την πορεία του, μετατρέποντας έναν χάρτη της πόλης, σε ένα τέλεια τοπογραφικό σχέδιο. Θέτει τους βασικούς κανόνες και ξεκινάει με τα πόδια, μιας και ο κίνδυνος θα μπορούσε να είναι ακόμα υπαρκτός στα λεωφορεία ή το μετρό.
Όπως πολλά παιδιά με αυξημένη νοημοσύνη, υψηλή αισθητική ευαισθησία και μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες, ο Όσκαρ ανθίζει με χρονοδιαγράμματα, κανόνες και γεγονότα. Παρόλα αυτά, η έρευνα του τον πηγαίνει σε μέρη πολύ πιο μακρινά από τα προφανή και εύκολα.
Πάραυτα, ότι εμπόδιο κι αν βρίσκει στον δρόμο του, ο Όσκαρ είναι αποφασισμένος να ολοκληρώσει την αποστολή του. “O Όσκαρ είναι ένα παιδί που είναι διαφορετικό, αλλά με έναν όμορφο τρόπο,” σημειώνει ο Ροθ. “Ίσως να έχει μια μορφή συνδρόμου Άσπερτζερ, αλλά έχει και ζωντανή φαντασία και μια πραγματική περιέργεια, παράλληλα με τους φόβους του.
Για πολύ καιρό, κίνητρο ήταν ο πατέρας του, με τον οποίο απολάμβανε πολλά κοινά πράγματα. Έτσι τώρα, όταν ο Όσκαρ βρίσκει το κλειδί του πατέρα του, ένα χρόνο μετά το θάνατο του, πιστεύει πως ξεκλειδώνει κάτι – μια συμβουλή, ένα αντικείμενο, κάποια σοφία που του άφησε εκείνος. Και τον οδηγεί σε μια περιπέτεια που είναι ο δικός του τρόπος να συμβιβαστεί με την θλίψη του.”
Καθώς ο Ροθ άρχισε να δένει την απλωμένη πλοκή του Φόερ και να της δίνει κινηματογραφική δομή, βρήκε στον ίδιο τον Φόερ μια πηγή υποστήριξης. “Ο Τζόναθαν είναι θαυμάσιος συγγραφέας, αλλά η δική μου ικανότητα, είναι να είμαι καλός δραματουργός και να μεταφέρω την ιστορία, ζωντανή στην οθόνη. Με εμπιστεύτηκε σε όλη τη διαδικασία και αναπτύξαμε μια στενή και γόνιμη σχέση.”
Ο Στίβεν Ντάλντρι προσθέτει: “Ο Τζόναθαν καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα βιβλίο και ένα σενάριο και μας βοήθησε πολύ. Ποτέ δεν ακούσαμε την φράση, ‘Ξέρετε, στο βιβλίο…’ Ήταν πάντα ανοιχτός σε νέες ερμηνείες και επανεφευρέσεις.”
Όταν το σενάριο ολοκληρώθηκε, άρχισε αμέσως να προσελκύει το ενδιαφέρον. “Νομίζω πως η ιστορία του Όσκαρ άγγιζε τους πάντες, όταν διάβαζαν το σενάριο και γι αυτό καταφέραμε να μαζέψουμε μια πραγματικά θαυμάσια ομάδα ηθοποιών,” λέει ο Ντάλντρι.
Τον Τομ Χανκς που υποδύεται τον πατέρα του Όσκαρ, προσέλκυσε ο τρόπος που το σενάριο μπαίνει στο μυαλό του Όσκαρ, σε μια στιγμή που η δύναμη της λογικής να τον κρατήσει προσγειωμένο, φαίνεται να έχει εξατμιστεί. “Σε μια στιγμή, ολόκληρος ο κόσμος του αλλάζει, και χάνει την μοναδική του άγκυρα,” λέει ο Χανκς. “Ο πατέρας του, του έλεγε πως υπάρχουν πάντα στοιχεία και θησαυροί που μπορείς να βρεις στον κόσμο. Έτσι όταν βρίσκει το κλειδί του πατέρα του, είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ο Όσκαρ σχεδιάζει το δικό του περίπλοκο κυνήγι, για το τι μπορεί να σημαίνει το κλειδί, πεπεισμένος ότι με κάποιο τρόπο θα μπορέσει να του εξηγήσει τα ανεξήγητα. Γίνεται μια πολύ προσωπική, οικεία ιστορία για ένα παιδί που προσπαθεί να δώσει με τον δικό του τρόπο, νόημα σε έναν παράλογο κόσμο.”
Στον ρόλο της θλιμμένης μητέρας του Όσκαρ, όπου η προφανής απουσία της από τη ζωή του, δεν είναι αυτό που φαίνεται, είναι η Σάντρα Μπούλοκ. “Αυτό που βρίσκω τόσο συγκινητικό σχετικά με τον Όσκαρ είναι ότι αισθάνεται πως πρέπει να υπάρχει μια απάντηση, αλλά δεν υπάρχει πάντα ένας ξεκάθαρος λόγος ή αιτία σε μια κατάσταση,” λέει. “Και μερικές φορές η απάντηση που παίρνεις δεν είναι αυτή που περιμένεις, κάτι που ο Όσκαρ θα πρέπει να ανακαλύψει μόνος του.”
Συνεχίζει: “Νομιζω πως ο Έρικ Ροθ έκανε μια εκπληκτική δουλειά στο να μας αφηγηθεί μια απαιτητική ιστορία μέσα από την οπτική ματιά ενός παιδιού.”


ΤΟ ΚΑΣΤ ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ


Στο κέντρο της έρευνας του Όσκαρ Σελ, για την κλειδαριά που θα ταιριάζει στο κλειδί του μπαμπά του, είναι ο άνθρωπος που πάντα προκαλούσε τον Όσκαρ να ξεμπερδέψει τα προβλήματα του και να αντιμετωπίσει τους τεράστιους ενδοιασμούς του: ο πατέρας του, Τόμας. Σαν κινηματογραφικός χαρακτήρας, ο Τόμας Σελ ήταν πρόκληση, γιατί τον βλέπουμε σχεδόν πάντα, μέσα από τα μάτια του Όσκαρ. Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του και της ζωής του παραμένει μυστήριο – εκτός από τα μέρη που έχουν κάνει εντύπωση στον Όσκαρ και των αναμνήσεων του με τις καλύτερες στιγμές τους μαζί.
Ο Χανκς λέει πως σκέφτηκε με μεγάλη προσοχή το είδος του πατέρα που ήταν για τον Όσκαρ, πριν τον θάνατο του. “Νομίζω πως ο Τόμας ήταν κάποιος που ένιωθε πως το σημαντικότερο καθήκον του στην ζωή, ήταν να σιγουρέψει πως ο γιος του θα γίνει ένα ακέραιο άτομο που θα μπορούσε να κάνει τον κόσμο καλύτερο,” λέει ο Χανκς. “Καθώς εκείνος μεγάλωσε χωρίς πατέρα, το να μεγαλώσει τον Τόμας, ήταν το σημαντικότερο πράγμα για εκείνον. Νομίζω πως λάτρευε να εφευρίσκει ιστορίες για τον Όσκαρ, όπως την ιστορία που φτιάχνει για την χαμένη 6η συνοικία της Νέας Υόρκης… φτιάχνει όμως τις ιστορίες με τέτοιο τρόπο, ώστε να βγάλει τον Όσκαρ έξω στον κόσμο και να τον κάνει να νιώσει εκεί ασφαλής.”
Εν μέρει, ο Χανκς άντλησε εμπειρίες από το ρόλο του ως πατέρα. “Το συναισθηματικό μέρος για μένα ήταν ότι γύρισα πίσω και θυμήθηκα πως είναι να έχεις ένα 11χρονο παιδί που να ξεχειλίζει από ζωή,” λέει. Παρότι ο Χανκς πιστεύει πως ο Τόμας ήξερε πως ο Όσκαρ εμφάνιζε συχνά σημάδια του Συνδρόμου Άσπερντζερ, θεωρεί επίσης, πως ο Τόμας δέχονταν και σχετίζονταν με πολλές από τις παραξενιές και φοβίες του γιου του, κάτι που τους έφερνε ακόμη πιο κοντά.
Αντίθετα από τον μπαμπά του Όσκαρ, η μητέρα του, Λίντα δυσκολεύονταν να πλησιάσει τον γιο της, κάτι που μεγάλωσε ακόμη περισσότερο, όταν ό σύζυγος της έφυγε από τη ζωή. Παρόλα αυτά, παρότι μοιάζει χαμένη στη δική της ιδιωτική θλίψη, η Λίντα συνδέεται με τον Όσκαρ με τρόπους που εκείνος δεν γνωρίζει εξαρχής.
Για την Μπούλοκ, το ενδιαφέρον μέρος ήταν να υποδυθεί μια μητέρα που πρέπει να δουλέψει τη σχέση της, με τον γιο της και να χαράξει το δρόμο της πίσω στον κόσμο του, μετά τον θάνατο του πατέρα του. “Νομίζω πως όταν ο Τόμας ήταν ζωντανός, η Λίντα δεν είχε πρόβλημα να κάνει πίσω και να αφήνει τον Όσκαρ με τον μπαμπά του, να είναι αυτή η τέλεια ομάδα,” παρατηρεί. “Τώρα που ο Όσκαρ έχασε τον συμπαίκτη του, το μοναδικό άτομο που τον καθοδηγούσε, δεν είναι σίγουρη ότι μπορεί να είναι για τον γιο της, όλα αυτά τα πράγματα. Πενθεί και η ίδια και δεν φαίνεται να έχει τόση ενέργεια, ώστε να δώσει μάχη γι αυτή τη σύνδεση που θέλει τόσο πολύ. Πρέπει να μοχθήσει για να βρει τη λύση.”
Με δεδομένο, την υποκειμενική, σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση της ταινίας, η Μπούλοκ έπρεπε να υποδυθεί το χαρακτήρα της με τον τρόπο που τον αντιλαμβάνεται ο Όσκαρ – κάτι πολύ δύσκολο, μιας και ο Όσκαρ δεν μπορεί να δει όλες τις πλευρές της μητέρας του. “Έπρεπε να συνηθίσω την ιδέα ότι το κοινό βλέπει την Λίντα στην οθόνη σχεδόν αποκλειστικά από την οπτική του Όσκαρ – και η οπτική του δεν είναι πάντοτε υπέρ της,” εξηγεί. “Σε μερικές σκηνές, φαίνεται να είναι το αντίθετο της στοργικής μητέρας, αργότερα όμως, γίνεται εμφανές το τι πραγματικά συμβαίνει με εκείνη. Παρόλα αυτά, έπρεπε να συνηθίσω την ιδέα, ότι κάποιες φορές θα φαίνονταν να μην είναι καλή μητέρα, σε ένα παιδί που την είχε ανάγκη.
Για να ερευνήσει την εμπειρία της Λίντα Σελ βαθύτερα, η Μπούλοκ άκουσε ηχογραφήσεις από τηλεφωνήματα και μηνύματα σε τηλεφωνητές που άφησαν στις οικογένειες τους, άτομα που είχαν παγιδευτεί στο World Trade Center. “Ήταν δύσκολο για μένα,” λέει. “Αυτό που με συγκλόνισε ήταν ότι άκουγα τους ανθρώπους να δίνουν δύναμη σε αυτούς που άφηναν πίσω. Καταλαβαίνεις ότι ο πόνος ενός τέτοιου ακούσματος δεν θα φύγει ποτέ από μέσα σου.”
Ο πιο δύσκολος ρόλος ήταν αυτός του ίδιου του Όσκαρ, που όπως πολλά έξυπνα παιδιά είναι γεμάτος αντιθέσεις. Είναι με την πρώτη ένα αφελές, θλιμμένο, υπερευαίσθητο παιδί, καταβεβλημένο από ερεθίσματα, που φοβάται τους δυνατούς θορύβους, τον ήχο του τηλεφώνου, τις γέφυρες, τα ασανσέρ, τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τα ψηλά κτίρια. Την ίδια στιγμή, είναι ένας τολμηρός εξερευνητής, έτοιμος να διασχίσει την Νέα Υόρκη και να χτυπήσει τις πόρτες ξένων, ψάχνοντας για μια μοναδική κλειδαριά, σε μια πόλη εκατομμυρίων.
Οι παραγωγοί άρχισαν να ψάχνουν για ένα παιδί με αυθεντική, ασυνήθιστη ευφυΐα, μαζί με μια φυσικότητα στο παίξιμο, και ανακάλυψαν τελικά τον Τόμας Χορν, ένα 13χρονο αγόρι. “Του άρεσε να μαθαίνει την μεθοδολογία της ερμηνείας. Ήταν ο πρωταγωνιστής μας και αποδείχθηκε εξαιρετικός,” λέει ο Ντάλντρι.
Ο Τόμας παραδέχεται πως κατάφερε αμέσως να συσχετιστεί με τη λογική του Όσκαρ να κάνει τον κόσμο διαχειρίσιμο, μέσα από πρόσωπα και καταστάσεις. “Νομίζω πως ο Όσκαρ είναι ένα πολύ λογικό άτομο που του αρέσει να σκέφτεται τα πράγματα, μόνο που τώρα δίνει μια εσωτερική μάχη, καθώς τα πράγματα γύρω του δε βγάζουν νόημα,” λέει ο Χορν. Ελπίζει πως το να βρει την κλειδαριά, θα του δώσει κάποιου είδους εξήγηση.”
Στο επακόλουθο της “Χειρότερης Μέρας,” μια από τις λίγες πηγές παρηγοριάς για τον Όσκαρ είναι η γιαγιά του, που μένει απέναντι του. Οι δυο τους μοιράζονται μια πολύ στενή σχέση, με την βοήθεια των γουόκι τόκι τους, ακόμη και αργά το βράδυ. Είναι εκείνη και όχι η μητέρα του, στην οποία στρέφεται ο Όσκαρ όταν τα πράγματα αρχίσουν να γίνονται πολύ πιεστικά.
Την γιαγιά του Όσκαρ υποδύεται η βετεράνος θεατρική ηθοποιός Ζόι Κάλντγουελ, τέσσερις φορές βραβευμένη με Τόνι. Για να εμβαθύνει την ερμηνεία της, η Κάλντγουελ στράφηκε στο λεπτομερές παρελθόν του χαρακτήρα της στο βιβλίο, οι λεπτομέρειες του οποίου, υπαινίσσονται μόνο στην ταινία.
“Η γιαγιά του Όσκαρ ήταν Γερμανίδα και ζούσε στην Δρέσδη την περίοδο των βομβαρδισμών εκεί,” εξηγεί η Κάλντγουελ. “Ήταν παντρεμένη, αλλά ο άνδρας της, την έβαλε να υποσχεθεί πως δεν θα έφερνε ποτέ ένα παιδί στον κόσμο. Έσπασε τη συμφωνία τους και έφερε στον κόσμο τον Τόμας, που μεγαλώνοντας έγινε ένας θαυμάσιος άνδρας και με την σειρά του, ο πατέρας αυτού του αξιόλογου μικρού παιδιού.”
Παρότι ο Όσκαρ εκμυστηρεύεται τα πάντα στη γιαγιά του, δε μπορεί να ρισκάρει, να της μιλήσει για την αποστολή του, να βρει την κλειδαριά που ανοίγει με το κλειδί του μπαμπά του. Αλλά ένα βράδυ που θα αναζητήσει τη συμβουλή της, θα συναντήσει έναν αινιγματικό και σιωπηλό άνδρα, γνωστό ως “Ο Νοικάρης,” οποίος είναι φιλοξενούμενος στο διαμέρισμα της.
Ο αξιοσέβαστος ηθοποιός Μαξ Φον Σίντοφ υποδύεται το μυστηριώδη, ηλικιωμένο άνδρα που μπορεί να επικοινωνεί μόνο γράφοντας σε σημειωματάρια. Θα γίνει παρόλα αυτά ο μοναδικός έμπιστος του Όσκαρ στην αναζήτηση του. “Με συγκίνησε ιδιαίτερα το σενάριο, κάτι που δε συμβαίνει συχνά,” λέει ο Φον Σίντοφ, του οποίου η καριέρα ξεκίνησε τη δεκαετία του '50 με την ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, "Η Έβδομη Σφραγίδα".
“Και μου άρεσε η ιδέα ότι υποδύομαι αυτή την αινιγματική φιγούρα, αυτό τον φαινομενικά ξένο που προσπαθεί να βοηθήσει τον Όσκαρ στην έρευνα του.” Ο χαρακτήρας παραμένει βουβός σε όλη την διάρκεια της ταινίας, έτσι ο ηθοποιός δούλεψε πολύ, για να καταφέρει να αποδώσει σωστά τις στιγμές αγωνίας, περιέργειας, ικανοποίησης, μέσω του προσώπου και του σώματος του.
Καθώς ο Όσκαρ προχωράει με την αποστολή του, θα συναντήσει εκατοντάδες διαφορετικούς αγνώστους μέσα στην πόλη που έχουν ένα μόνο κοινό: το όνομα Μπλακ.
Οι πρώτοι άνθρωποι που θα συναντήσει, οι οποίοι θα αποδειχθούν σημαντικοί για την έρευνα του με απρόβλεπτους τρόπους, είναι η Άμπι και ο Γουίλιαμ Μπλακ, ένα χωρισμένο ζευγάρι που τους υποδύονται η Βαϊόλα Ντέιβις και ο Τζέφρι Ράιτ.
Το καστ συμπληρώνει ο Τζον Γκούντμαν, στο ρόλο του Σταν, του Θυρωρού, ο οποίος φυλάει την είσοδο της πολυκατοικίας του Όσκαρ και απολαμβάνει τις κουβέντες μαζί του, την ώρα που έρχεται ή φεύγει.
Συμμετέχουν
Τομ Χανκς
Thomas Schell Jr.
Σάντρα Μπούλοκ
Oskar's Mother
Τόμας Χορν
Oskar Schell
Μαξ Φον Σίντοβ
Thomas Schell Sr.
Τζον Γκούντμαν
Ζόι Κάλντγουελ
Oskar's Grandmother
Βαϊόλα Ντέιβις
Τζέφρι Ράιτ
Τζέιμς Γκαντολφίνι
Ron
Adrian Martinez
Ball Black
iShow.gr - Ο κόσμος της Showbiz