Σύμφωνα με το σημείωμα του σκηνοθέτη: “Δεν αντέχουμε πια να καούμε από πάθος, λέξεις, ιδέες και ειλικρινή πόθο για ό,τι πραγματικά μας συγκλονίζει. Ζώντας σε έναν κόσμο που διαρκώς φοβόμαστε μήπως κάτι «χάσουμε», υψώνουμε προστατευτικούς τοίχους για να μην διαλυθούμε μέσα σε μια άλλη ανθρώπινη ψυχή. Λες κι ένα δεύτερο δέρμα βάζει το δράμα που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας σε απόσταση, για να το επαναφέρει σε αποδεκτές αναλογίες, δηλαδή αναλογίες που δεν κλονίζουν τις συνήθειές μας ούτε τις πεποιθήσεις μας. Έχουμε χάσει την αίσθηση της τραγωδίας. Ξεχνώντας τον σκοπό της ζωής, μένουμε λογικοί, ενώ μέσα μας φλεγόμαστε. Η νοσταλγία για την άγρια, αδάμαστη φύση μας, όμως, μας ακολουθεί και το σώμα κατανοεί μέσω των αισθήσεων τι είναι τι. Κινείται σε επίπεδα που η λογική δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει”.