Αναζήτηση
στο iShow.gr
στο πρόγραμμα τηλεόρασης
Ο έρωτας κρατάει 3 χρόνια - iShow.gr
Ο έρωτας κρατάει 3 χρόνια (L' amour dure trois ans)
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
VIDEO
Κωμωδία
Είδος
Κωμωδία γαλλικής παραγωγής 2012
Διάρκεια
98'
Συντελεστές
Υπόθεση
Ο Marc Marronnier, κριτικός λογοτεχνίας το πρωί και κοσμικογράφος το βράδυ, έχει μόλις χωρίσει με την Anne, τελειώνοντας ένα φαινομενικά τέλειο γάμο. Είναι πλέον σίγουρος ότι ο έρωτας διαρκεί μόνο τρία χρόνια. Έχει μάλιστα γράψει και ένα λιβελογράφημα για να το αποδείξει. Ωστόσο, η συνάντησή του με τη παράξενα σαγηνευτική Alice θα κλονίσει αυτές του τις πεποιθήσεις.
Trailer
Πληροφορίες
«Ο έρωτας κρατάει τρία χρόνια»

«Τον πρώτο χρόνο αγοράζετε έπιπλα, τον δεύτερο χρόνο τα μετακινείτε και τον τρίτο τα μοιράζετε μεταξύ σας»

«Όταν είμαι μαζί σου η ζωή παίρνει μία γεύση γκουάβας... ή παπάγιας, πάντα τα μπερδεύω αυτά τα δύο»

«Η μοιχεία σε ενηλικιώνει»

«Η δόξα μου δίνει τη δυνατότητα να κάνω σεξ με οποιαδήποτε, δίνει όμως και στην οποιαδήποτε τη δυνατότητα να κάνει σεξ μαζί μου »

«Όταν βλέπαμε τηλεόραση, συνήθιζε να ακουμπάει το χέρι της στο πόδι μου. Πλέον όμως αυτό το ίδιο χέρι έμοιαζε με γάντι κουζίνας»


Ακόμα και όταν υπονομεύουν το ρομάντζο οι Γάλλοι έχουν το χάρισμα να παραμένουν αθεράπευτα ερωτόπληκτοι και βαθιά ονειροπόλοι. Μπορεί λοιπόν μια πιο ρομαντική δεν γίνεται κομεντί να κυκλοφορεί με τον αφοριστικό τίτλο «Ο έρωτας κρατάει τρία χρόνια»; Η απάντηση είναι προφανής: όταν προέρχεται από τη χώρα που έχει δώσει εθνικότητα στο ερωτικό φιλί, φυσικά και μπορεί.
Από το ομότιτλο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Frederic Beigbeder (γνωστός στην Ελλάδα και για το «15,99 €») ξεπετάγεται ένα γεμάτο αποφθέγματα, εκκεντρικούς χαρακτήρες και όμορφες εικόνες φιλμ για τον έρωτα που ξεσπάει και μετά σπάει σε μικρά κομματάκια-σκηνές που προσπαθούν να απομυθοποιήσουν το όλο μυστήριο. Με σημείο αναφοράς τις καψούρικες μπαλάντες του cult ψιθυριστού Michel Legrant (μόνος ή με τη συνοδεία της ρετρό Νανάς Μούσχουρη…), μερικές ερωτικές ταινίες ορόσημο του παγκόσμιου σινεμά όπως την Υπόθεση Τόμας Κράουν, τον Νευρικό Εραστή και τις Ομπρέλες του Χεμβούργου και όλη την ποπ κουλτούρα που φλερτάρει με το γαλλικό σικ έρχεται μια γλυκιά, ισοπεδωτική, ωμή και σέξι ιλουστρασιόν κομεντί που θα δικαιώσει την ύστατη στιγμή όλους τους ερωτευμένους. Άλλωστε, δεν υπάρχει πιο κυνική ιστορία από μια πραγματικά ρομαντική ιστορία.

Fun/Trivia Facts:
• Η ιδεά να μεταφερθεί το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Frederic Beigbeder στην μεγάλη οθόνη δεν ήταν του ίδιου του συγγραφέα και σκηνοθέτη της ταινίας. Πέντε χρόνια πίσω, αγόρασε τα δικαιώματα ένας παραγωγός που τελικά άλλαξε γνώμη. Τότε εμφανίστηκαν οι παραγωγοί Michael Gentile και Alain Kruger οι οποίοι πήραν τα δικαιώματα της ταινίας και επέμεναν ότι ο Frederic Beigbeder έπρεπε όχι μόνο να γράψει το σενάριο αλλά και να σκηνοθετήσει. Και βρήκαν ομολογουμένως έναν πολύ ευφάνταστο τρόπο να του το προτείνουν. Εμφανίστηκαν λοιπόν στο σπίτι του Beigbeder με μια πολυθρόνα σκηνοθέτη που έγραφε επάνω το όνομα του!
• Η διαδικασία της γραφής του σεναρίου βέβαια δεν ήταν εύκολη. Η αλήθεια είναι ότι περισσότερο και από το συγγραφέα στο project πίστευε ο Alain Kruger ο ένας εκ των παραγωγών. Κάποια στιγμή που ο Frederic Beigbeder είχε κολλήσει με την ταινία, ο Kruger του έκλεισε ένα δωμάτιο στο Chateau Marmont στο Los Angeles για δεκαπέντε μέρες, προκειμένου να εμπνευστεί από τη Μέκκα του κινηματογράφου και να ολοκληρώσει το πολυπόθητο χτένισμα του σκριπτ.
• Το σενάριο της ταινίας δεν είναι μια απλή μεταφορά της ιστορίας του βιβλίου που έχει προηγηθεί. Φαίνεται ότι εκτός από τα βασικά ερωτήματα για τον έρωτα και τις σχέσεις ο Frederic Beigbeder είχε την ευκαιρία να συμπεριλάβει και άλλα θέματα που τον απασχολούσαν χρόνια τώρα. ΄Ετσι, στο σενάριο αναδεικνύονται θέματα όπως η συγγραφική διαδικασία και οι ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος του συγγραφέα. Σκιαγραφούνται επίσης χαρακτήρες του κριτικού λογοτεχνίας, της μακιαβελικής εκδότριας, το βραβείο Prix de Flore και διάφορα άλλα που απαρτίζουν τη ζωή του Frederic Beigbeder και που δεν είχαν συμπεριληφθεί στο βιβλίο.
• Και σε περίπτωση που αναρωτιέστε αν στην ανάπτυξη του σεναρίου ο Frederic Beigbeder αισθάνθηκε ότι έχει αναθεωρήσει στο ζήτημα του κατά πόσο τελικά ο έρωτας κρατάει 3 χρόνια, η απάντηση είναι όχι. Παρόλο που το βιβλίο γράφτηκε δεκαπέντε χρόνια πριν, ο Frederic Beigbeder δεν έχει καταφέρει να διαψεύσει τον τίτλο. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος, τον τηρεί πιστά…
• Σε ότι αφορά τους δεύτερους και απολαυστικότατους ρόλους η ταινία μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Εκτός από την cult εμφάνιση του Michel Legrand παρέα με το πιάνο του σε μια ομολογουμένως ανορθόδοξη τελετή γάμου, η ερμηνεία της Valerie Lemercier ως η δηλητηριώδης εκδότρια του πρωταγωνιστή είναι πραγματικά σαρωτική. Για να πετύχουν αυτό το αποτέλεσμα η ηθοποιός και ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκαν από τον πραγματικό εκδότη του Frederic Beigbeder που φροντίζει να μην του ανακοινώνει ποτέ κάτι ευχάριστο… Ο εκδότης (Manuel Carcassonne) μάλιστα εμφανίζεται στην ταινία αφού είναι αυτός που απονέμει το βραβείο Prix de Flore.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ FREDERIC BEIGBEDER


Γιατί επιλέξατε να διασκευάσετε ένα από τα δικά σας μυθιστορήματα για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σας;

Για να νιώσω πιο άνετα. Σκέφτηκα ότι αν είχα μία προσωπική ιστορία, ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, θα μπορούσα να το προδώσω όσο ήθελα! Επιπλέον έτσι μπορούσα να κατατάξω την πρώτη μου ταινία σε κάποιο κινηματογραφικό είδος -τη ρομαντική κομεντί. Στην πρώτη του ταινία, πρέπει κανείς να νικήσει τον φόβο ότι θα γελοιοποιηθεί. Άλλοι προτιμούν τις ταινίες φαντασίας ή επιστημονικής φαντασίας. Εγώ επέλεξα τη ρομαντική κομεντί, που προσφέρει ένα πρακτικό πλαίσιο, έναν καμβά, που είναι παγιωμένο ήδη από τους αδερφούς Lumiere, οπότε δεν είσαι υποχρεωμένος να «επαν-εφεύρεις» τη διήγηση. Όπως σε όλες τις κομεντί που μου αρέσουν, έτσι και η δική μου ξεκινάει με έναν χαρακτήρα που έχει απογοητευτεί από τα πάντα και τη στιγμή που έχει παύσει να πιστεύει στον έρωτα γνωρίζει μία γυναίκα η οποία δίνει πάλι όρεξη για ζωή. Μετά από τη γνωριμία, η συνέχεια είναι πάντα η ίδια: ο καβγάς, ο χωρισμός και στη συνέχεια η επανασύνδεση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο σου δίνεται μεγάλη ελευθερία να διασκεδάσεις.


Πώς σκηνοθετήσατε τους ηθοποιούς σας;

Κάναμε πολλές πρόβες και αναγνώσεις. Τόσο στο σπίτι μου στο Παρίσι, όσο και στο Guethary όπου πήγαμε με τη Louise (Bourgoin), τον Gaspard (Proust) και τον Yves (Cape, τον επικεφαλής οπερατέρ). Πριν από τα γυρίσματα, δούλεψα πολύ με όλους τους ηθοποιούς. Πολλές φορές διόρθωνα τους διαλόγους μαζί τους. Μιας και οι ηθοποιοί μου ήταν και συγγραφείς, σκέφτηκα να επωφεληθώ. Δεν διστάσαμε να ξαναγράψουμε και να δοκιμάσουμε καινούρια πράγματα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, όταν τελικά στο πλατό βλέπαμε ότι αυτά που είχαμε ήδη ετοιμάσει δεν λειτουργούσαν.

Χρησιμοποιήσατε ψηφιακή κάμερα;

Ναι, την πασίγνωστη φωτογραφική μηχανή Canon 5D για το ζενερίκ της αρχής και για ορισμένες νυχτερινές σκηνές με την Alexa• αυτή η μηχανή κάνει θαύματα! Αφού το συζήτησα με την Maiwenn και τον Gaspar Noe ανακάλυψα πόσο καλύτερα θα ήταν να χρησιμοποιήσουμε ψηφιακή, ακόμη και όταν είχαμε δύο ή τρεις κάμερες. Δεν πιστεύω στο ψηφιακό βιβλίο, αλλά στην ψηφιακή εικόνα πιστεύω! Έχει αυτή την ελαφρότητα... φανταστείτε, θα ήταν πραγματικό όνειρο για κάποιον σαν τον John Cassavetes, που αντιμετώπιζε τόσες δυσκολίες για βρει χρηματοδοτήσεις. Μεγάλη πολυτέλεια! Κάθε βράδυ μετά από τα γυρίσματα, αρκούσε να βάλω το USB στικ στον υπολογιστή μου και να δω το υλικό από τα γυρίσματα της ημέρας στο κρεβάτι μου. Βέβαια, η τεχνική δεν είναι το παν. Είχα την τύχη να μπορώ να βασιστώ σε μία ομάδα ταλαντούχων ανθρώπων που ποτέ δεν τρόμαξαν στην προοπτική να κάνουν υπερωρίες. Και ξέρω ότι οφείλω πολλά στην Emilie Cherpitel, την πρώτη βοηθό μου, η οποία μεταξύ άλλων έχει δουλέψει με τον Wes Anderson και τη Sofia Coppola.


Γιατί θελήσατε να συνεργαστείτε με τον Yves Cape, τον διευθυντή φωτογραφίας του Bruno Dumont;

Γιατί μου αρέσει πολύ το φως των εικόνων του και γιατί έχει συνηθίσει από τον Dumont να δουλεύει με μη επαγγελματίες ηθοποιούς, οπότε ξέρει πώς να συλλαμβάνει το απρόοπτο. Ήταν λοιπόν έτοιμος να ρισκάρει και να δεχτεί όλα όσα μπορούσαν να προτείνουν οι ηθοποιοί μου εκτός σεναρίου. Και δεν έκανα λάθος, έδειξε μεγάλη υπομονή και επινοητικότητα. Ένα μήνα πριν από τα γυρίσματα, είχε την ευγενή καλοσύνη να τα αφήσει όλα και να συμμετάσχει στην ετοιμασία μαζί μου. Αυτό βοήθησε να κερδίσουμε πολύ χρόνο στο πλατό και με ανακούφισε από το άγχος. Έπρεπε να τον δείτε στο πλατό, πόσο γρήγορα δραστηριοποιούνται αυτός και η ομάδα του, η οποία αποτελείται από Βέλγους. Του άρεσε που έκανε κάτι διαφορετικό από ό,τι κάνει συνήθως. Εγώ του μίλησα για τον Blake Edwards και το High Fidelity του Stephen Frears... Συγκρίναμε τις αναφορές μας. Του άρεσε επίσης που είχε να κάνει με μία δουλειά που ήταν γραμμένη και που ήταν κομεντί. Και φυσικά τον ενθουσίαζε η κομψότητα αυτής της δουλειάς. Άλλωστε, αυτό ήταν που του είπα όταν του τηλεφώνησα για πρώτη φορά: δεν καταλαβαίνω γιατί οι γαλλικές κομεντί δεν πρέπει να έχουν γκλάμουρ. Μου αρέσει πολύ το Πάρτι, το Πρόγευμα στο Τίφανις, ακόμη και η σειρά Mad Men. Επιπλέον, νοσταλγώ εκείνη την εποχή του σινεμά, που εξάλλου πέρασε και από τη Γαλλία. Για παράδειγμα, σκέφτομαι το Faisons un reve του Sacha Guitry: η αρχική σκηνή διαδραματίζεται σε ένα αστικό διαμέρισμα, ακολουθεί μία σειρά ευφυολογημάτων, η Arletty φοράει μία βραδινή τουαλέτα, ο Μichel Simon ένα σμόκιν... Αυτή η παράδοση του σικ σινεμά με έκανε πάντα να έχω φαντασιώσεις.


Στην ταινία σας έχουμε την εντύπωση ότι προσπαθήσατε το συναίσθημα να ισορροπεί διαρκώς με το γέλιο και αντιστρόφως διάφορες αστείες καταστάσεις να διακόπτουν συνέχεια τις πιο ρομαντικές καταστάσεις.

Το να μιλάει κανείς για τον έρωτα χωρίς να γίνεται μελό, κυνικός, μισογύνης ή να καταφεύγει σε χυδαίες φάρσες είναι δύσκολο και η ισορροπία είναι περίπλοκη! Φυσικά πρέπει να έχεις μία αστεία προσέγγιση και να γελάς, αλλά πρέπει και να έχεις ένα όμορφο αποτέλεσμα και η εικόνα να μην καταστρέφει το μυστήριο και το όνειρο.


Έχετε λοιπόν πρόσβαση σε πράγματα που δεν θα ήταν δυνατά στην πραγματική ζωή.

Ναι. Ο κινηματογράφος σου δίνει πολλές ελευθερίες, είναι σαν να μου πρόσφεραν ένα καταπληκτικό παιχνίδι. Είναι σαν να μου πρότειναν να γράψω ένα μυθιστόρημα στα ιαπωνικά! Κάποιοι από τους συγγραφείς που εκτιμώ, άλλαξαν τη γλώσσα γραφής τους. Ο Nabokov ήταν Ρώσος και έγραψε στα αγγλικά. Ο Kundera έφυγε από την Τσεχοσλοβακία και άρχισε να γράφει γαλλικά. Εγώ δεν έχω επιχειρήσει ποτέ να γράψω σε κάποια ξένη γλώσσα, αλλά με αυτή την ταινία μπόρεσα να πειραματιστώ με μία νέα γλώσσα που έχει απεριόριστες δυνατότητες! Το να γυρίζεις μια ταινία δεν είναι ούτε πιο εύκολο, ούτε πιο δύσκολο από το να γράφεις ένα βιβλίο, είναι απλώς διαφορετικό. Ένιωθα σαν βαμπίρ που ρουφάει το ταλέντο των συνεργατών του! Και μπορώ να πω ότι δεν ήταν δυσάρεστο... Μου αρέσει να χρησιμοποιώ την αγγλική λέξη «director» (σκηνοθέτης-διευθυντής) σε σχέση με τη λέξη «cineaste» (κινηματογραφιστής). Διευθύνεις μια μικρή συμμορία ιδιοφυών τρελών που προσπαθούν να διηγηθούν μια ιστορία.


Ήταν το πάθος σας για τον Michel Legrand που σας οδήγησε να τον χρησιμοποιήσετε ως μίτο της αφήγησής σας;

Στο μυθιστόρημά μου δεν υπάρχει καμία αναφορά στον Michel Legrand, όμως πάντα ήμουν μεγάλος θαυμαστής του. Όταν, όμως, ο Marc Marronnier λέει ότι κλαίει κάθε φορά που βλέπει το Δέρμα γαϊδάρου, αυτό το στοιχείο είναι αυτοβιογραφικό. Το να βάλω τον Michel Legrand να παρέμβει με τη μουσική του, ήταν μια από τις πρώτες μου ιδέες για το σενάριο. Τον είχα συναντήσει πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, για να το συζητήσουμε και τότε μου είχε απαντήσει «γιατί όχι;». Του είχε αρέσει το βιβλίο μου, οπότε και επέμεινα… Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, η ιδέα αναπτύχθηκε. Μου φάνηκε ενδιαφέρον να είναι παρούσα η μουσική του Michel Legrand κατά τη συνάντηση, να υπονοείται διαρκώς η παρουσία του, πριν τελικά εμφανιστεί με σάρκα και οστά στο τέλος, αν και φυσικά, αυτή είναι μία έκπληξη που δεν θα έπρεπε να αποκαλύψω στο κοινό! Πάντως, πιστεύω ότι και στην πραγματική ζωή συχνά ερωτευόμαστε χάρη σε τραγούδια και κυρίως χάρη στα τραγούδια του Michel Legrand.


Η χρήση της μουσικής του Michel Legrand, όπως και η φάρσα με το πλαστικό γάντι, λειτουργούν σε δυάδες. Έχουμε δύο φορές το απόσπασμα από την Υπόθεση Τόμας Κράουν, δύο φορές την ηχογράφηση από τις Ομπρέλες του Χερβούργου με τη Νάνα Μούσχουρη. Το είχατε προσχεδιάσει;

Η βασική μου ιδέα ήταν το παιχνίδι με την ανάμνηση. Ο θεατής βλέπει κάτι καθώς παρακολουθεί την ταινία, η ιστορία συνεχίζει, περνάει σε κάτι άλλο και αν του ξαναδείξουμε το ίδιο πράγμα, θα λειτουργήσει σαν ανάμνηση. Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούσε τις αναμνήσεις ο Προυστ, αλλά και ο Γούντυ Άλλεν έχει χρησιμοποιήσει αυτή την τεχνική. Μου φαίνεται γοητευτικό πώς μπορεί μία σκηνή να σε διασκεδάσει τη μία φορά και την επόμενη να σε συγκινήσει. Όπως το επεισόδιο με τους αστακούς στον Νευρικό Εραστή, μια από τις αγαπημένες μου ταινίες.


CREDITS:
Σκηνοθεσία: Frederic Beigbeder
Σενάριο: Frederic Beigbeder, Christophe Turpin, Gilles Verdiani
Παίζουν: Louise Bourgoin, Gaspard Proust, JoeyStarr, Jonathan Lambert, Frederique Bel, Nicolas Bedos, Elisa Sednaoui, Bernard Menez, Anny Duperey, Thomas Jouannet, Christophe Bourseiller, Valerie Lemercier, Michel Legrand
Παραγωγή: Michael Gentile & Alain Kruger
Διευθυντής Φωτογραφίας: Yves Cape
Σκηνικά: Christian Marti
Κοστούμια: Marie-Laure Lasson & Claire Lacaze
Μοντάζ: Stan Collet

Συμμετέχουν
Λουίζ Μπουργουάν
Alice
Joey Starr
Jean-Georges (ως JoeyStarr)
Jonathan Lambert
Pierre
Frédérique Bel
Kathy
Bernard Menez
Le père de Marc
Άνι Ντιπερέ
La mère de Marc
Thomas Jouannet
Le prof de surf
Christophe Bourseiller
Le curé
Valérie Lemercier
Francesca Vernesi, l'éditrice
Pom Klementieff
La fiancée du père
iShow.gr - Ο κόσμος της Showbiz