Αναζήτηση
στο iShow.gr
στο πρόγραμμα τηλεόρασης
Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου - iShow.gr
Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου (Mirror Mirror)
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
VIDEO
Δραματική
Φαντασίας
Είδος
Δραματική ταινία φαντασίας αμερικανικής παραγωγής 2012
Διάρκεια
106'
Συντελεστές
Υπόθεση
Μετά το χαμό του αγαπημένου Βασιλιά, η αδίστακτη γυναίκα του, παίρνει τον έλεγχο του βασιλείου και κρατά την όμορφη 18-χρονη Χιονάτη, κλεισμένη στο παλάτι. Αλλά όταν η πριγκίπισσα προσελκύει την προσοχή του γοητευτικού και πλούσιου πρίγκιπα που τους επισκέπτεται, η ζηλιάρα Βασίλισσα εξορίζει το κορίτσι σε ένα κοντινό δάσος. Εκεί αναλαμβάνουν να την προσέχουν μία παρέα φασαριόζικων αλλά καλόκαρδων νάνων. Δίπλα τους η Χιονάτη μετατρέπεται σε μια γενναία νεαρή γυναίκα αποφασισμένη να σώσει τη χώρα της από τη βασίλισσα. Με την υποστήριξη των νέων φίλων της, παλεύει να κερδίσει ξανά τη θέση της στο βασίλειο και την καρδιά του πρίγκιπα, σε αυτή τη μαγική και κωμική περιπέτεια που θα κλέψει τις καρδιές και τη φαντασία του κοινού σε όλο τον κόσμο.
Trailer
Φωτογραφίες
Πληροφορίες
Η ταινία θα βγει στις αίθουσες την Κυριακή του Πάσχα, 15 Απριλίου.


Μία από τις πιο αγαπημένες ιστορίες όλων των εποχών ζωντανεύει και πάλι, μέσω της ταινίας ΚΑΘΡΕΦΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ.
Πρωταγωνιστούν η Λίλι Κόλινς (Τhe Blind Side), ως η Χιονάτη και η βραβευμένη με Όσκαρ, Τζούλια Ρόμπερτς, ως η κακιά βασίλισσα.
Στη φρέσκια και αστεία διασκευή του κλασικού παραμυθιού, πρωταγωνιστούν επίσης οι Άρμι Χάμερ (The Social Network), που ερμηνεύει τον πρίγκηπα, Σον Μπιν (Game of Thrones), ως ο βασιλιάς, και Νέιθαν Λέιν (The Birdcage) ως ο υπηρέτης της βασίλισσας, ο Μπράιτον.

Μια Κακιά Βασίλισσα (Τζούλια Ρόμπερτς) κλέβει τον έλεγχο ενός Βασιλείου και μια εξορισμένη πριγκίπισσα (Λίλι Κόλινς) θα ζητήσει βοήθεια από επτά πολυμήχανους επαναστάτες, για να κερδίσει πίσω το Βασίλειο που της ανήκει δικαιωματικά. Το “Mirror Mirror ”, βασισμένο στο πασίγνωστο παραμύθι των Αδερφών Γκριμ, “Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι”, θα κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες τον Απρίλιο του 2012, σε σκηνοθεσία Ταρσέμ Σίνγκ (“Immortals”, “The Cell”). Δίπλα στις Λίλι Κόλινς (Χιονάτη) και Τζούλια Ρόμπερτς (Κακιά Βασίλισσα), θα δούμε τον Άρμι Χάμερ (“The Social Network”), στο ρόλο του Πρίγκιπα Άντριου Άλκοτ, και τον Νέιθαν Λέιν (“The Birdcage”), ως τον άτυχο και αδέξιο υπηρέτη της Βασίλισσας.


Πληροφορίες για την παραγωγή

Μια αθώα νέα πριγκίπισσα, μία κακιά μητριά, ένας γοητευτικός πρίγκιπας και επτά νάνοι που ζουν μέσα στο δάσος: αυτά είναι τα συστατικά στοιχεία της τελευταίας ιστορίας του Τάρσεμ Σινγκ, που μπορεί να ακούγονται οικεία, αλλά το κοινό θα εκπλαγεί από τις ανατροπές με τις οποίες έχει διανθίσει το κλασικό παραμύθι ο οραματιστής σκηνοθέτης της ταινίας ΚΑΘΡΕΦΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ.
Σύμφωνα με τον παραγωγό Μπέρνι Γκόλντμαν, όλα ξεκίνησαν από μια φωτογραφία που απεικόνιζε την ηρωίδα του παραμυθιού. «Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε ήταν να ξαναζωντανέψουμε το κλασικό παραμύθι, ώστε να δίνει την αίσθηση μίας μεγάλης ταινίας κινουμένων σχεδίων. Συνειδητοποιήσαμε ότι πρόκειται για μία πολύ σημαντική ιστορία που δεν είχε ποτέ διερευνηθεί αφηγηματικά, σε μία ταινία δράσης.»
Ψάχνοντας για ένα σκηνοθέτη, που να μπορούσε να κάνει την ιδέα πραγματικότητα, ο Τάρσεμ Σινγκ - λέει ο Γκόλντμαν - ήταν η προφανής επιλογή. «Ο Τάρσεμ ήταν ο τέλειος σκηνοθέτης για αυτήν την ταινία,» λέει. «Ξέρει πώς να ‘ντύσει’ μια ιστορία με χρώμα και φως και είναι εξοικειωμένος με το στιλ που θέλαμε. Δεν υπάρχει άλλος σαν αυτόν.»
Για τον Σινγκ, ο οποίος βρισκόταν στα τελειώματα της ταινίας Immortals, της Relativity Media, η ταινία αυτή ήταν μια ευκαιρία να ασχοληθεί με κάτι εντελώς νέο: μια οικογενειακή ταινία που να συνδυάζει δράση, κωμωδία και δολοπλοκίες, η οποία να φέρει τη δική του υπογραφή στο οπτικό αποτέλεσμα. «Αυτό ήταν ένα από τα λιγοστά πράγματα που με ενδιέφερε να κάνω», λέει ο Σινγκ. «Η ταινία αυτή έχει μία εντελώς διαφορετική ενέργεια σε σχέση με τις προηγούμενες και μου ήταν πολύ ενδιαφέρον το ότι θα μπορούσα να ζωντανέψω ξανά ένα κλασικό και διαχρονικό παραμύθι.»
Με τον Σινγκ στο τιμόνι, το σενάριο άρχισε να παίρνει μορφή, με βασικά συστατικά το χιούμορ και το ρομαντισμό. Ο Σινγκ και ο Γκόλντμαν αποφάσισαν ότι ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσουν θα ήταν να ανατρέξουν στην αρχική ιστορία. Ανακάλυψαν ότι είχαν μια πληθώρα επιλογών. «Το παραμύθι λεγόταν σε όλη την Ευρώπη για πεντακόσια ή εξακόσια χρόνια, σε πολλές διαφορετικές χώρες και σε διαφορετικές εκδοχές,» λέει ο Γκόλντμαν. «Μπορούσαμε να ενσωματώσουμε αυτά τα στοιχεία που είχαμε μάθει από την έρευνα μας στην ταινία.» Ο Σινγκ εξηγεί: «Το να ανατρέξουμε στην αρχική ιστορία ήταν μια πολύ σημαντική διαδικασία. Υπάρχουν χιλιάδες διαφορετικές παραλλαγές που έχουν αναπτυχθεί, οι οποίες βασίζονταν στην αρχική ιστορία. Οι παραλλαγές αυτές μάς έδωσαν πολλές ιδέες που αργότερα χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία. «Για παράδειγμα, σε ορισμένες από τις πρώτες εκδοχές, οι νάνοι κερδίζουν το ψωμί τους ως ληστές στους δρόμους. Σύμφωνα με τα λόγια ενός από τους χαρακτήρες της ταινίας, ‘κλέβουν από τους πλούσιους - και τα κρατούν για τους εαυτούς τους.’ «Αυτό το θεωρήσαμε πολύ ενδιαφέρον,» λέει ο Γκόλντμαν. «Δίνει μία άλλη διάσταση στους χαρακτήρες τους. Έχουν βρεθεί στο περιθώριο της κοινωνίας και αυτή είναι η εκδίκηση τους. «Κάποιες από τις ιστορίες, έκαναν λόγο και για ορισμένα θηρία που ζούσαν στο δάσος και αποφασίσαμε να τα εντάξουμε και αυτά στην ταινία μας», συνεχίζει ο Γκόλντμαν. «Στη συνέχεια μεγαλώσαμε το ρόλο του βασιλιά, πλέκοντας περισσότερο μυστήριο γύρω από το χαρακτήρα του.» Εκτός από τις καταγεγραμμένες ιστορικές παραλλαγές του παραμυθιού της Χιονάτης, ο Σινγκ έβαλε σε εφαρμογή και τη δική του φαντασία, για να εμπνευστεί. «Ήξερα από την αρχή ότι το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης αυτής επρόκειτο να επικεντρωθεί στο τρίγωνο της Βασίλισσας, της Χιονάτης και του Πρίγκιπα,» λέει.
Ο Γκόλντμαν είναι βέβαιος ότι η ταινία θα έχει απήχηση στο κοινό όλων των ηλικιών και θα ήθελε να τη δει να παίρνει τη θέση της δίπλα σε άλλες αξιόλογες προσαρμογές κλασικών παραμυθιών στη μεγάλη οθόνη. «Ας ελπίσουμε ότι, πρόκειται να αποτελέσει μια αγαπημένη οικογενειακή ταινία που θα παίζεται για χρόνια και θα επαναπροσδιορίσει την ιστορία της Χιονάτης».


Βρίσκοντας την ομορφότερη

Καθώς ο Σινγκ και ο Γκόλντμαν έστηναν το σενάριο για την ταινία ΚΑΘΡΕΦΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ, ένας χαρακτήρας που παραδοσιακά ήταν στο παρασκήνιο άρχισε να διεκδικεί τη θέση του στο επίκεντρο τη ιστορίας, ως το κακοποιό στοιχείο με τα πολύπλοκα κίνητρα. «Στην πιο γνωστή εκδοχή της ιστορίας, ο κινητήριος μοχλός για τις ενέργειες της Βασίλισσας είναι η ματαιοδοξία», λέει ο Σινγκ. «Στην ταινία μας, είναι περισσότερο η εξουσία. Θέλει να ελέγχει το βασίλειο και η ομορφιά της είναι το μέσο για το σκοπό αυτό.»
Καθότι πολυμήχανη, ματαιόδοξη και εντελώς ανήθικη, η Βασίλισσα θα μπορούσε εύκολα να αποτελέσει την «κακιά» της ιστορίας. Ωστόσο, ο Σινγκ είχε μια διαφορετική ιδέα. Επέλεξε για να την ενσαρκώσει, μια ηθοποιό που με αυτό το ρόλο, θα πήγαινε κόντρα στην καθιερωμένη της εικόνα. Για να προσωποποιήσει την κακία, ήθελε μια ηθοποιό που να αντιπροσωπεύει ακριβώς το αντίθετο για τους περισσότερους θεατές. «Είδα τη Βασίλισσα ως κάποια που είναι κακιά, σκοτεινή και κακόβουλη, αλλά και ακαταμάχητα γοητευτική», λέει ο σκηνοθέτης. «Η Τζούλια Ρόμπερτς είναι τόσο χαρισματική, οπότε ήταν σε θέση να ενσαρκώσει το ρόλο με ευκολία.»
Η Ρόμπερτς μαγνητίζει – όπως μόνο αυτή ξέρει – και ενσαρκώνει μία αδίστακτη μάγισσα που θέλει να κερδίσει έναν πλούσιο, όμορφο και νεότερό της άντρα, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα απέραντη εχθρότητα προς την ορφανή Χιονάτη. «Η Ρόμπερτς ήταν η πρώτη και μοναδική επιλογή μας γι αυτόν τον ρόλο», λέει ο Γκόλντμαν. «Το γέλιο και το χαμόγελο της, την έχουν κάνει είδωλο. Σε αυτήν την ταινία, ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούν μία πτυχή του κακού της εαυτού. Είναι διασκεδαστικό το να βλέπουμε την εικόνα της αντιστραμμένη.»
Παίζοντας κόντρα στην εικόνα της, η Ρόμπερτς φέρνει μια νέα διάσταση στο ρόλο. «Ποια είναι καλύτερη στο να παίξει την κακιά βασίλισσα από την αγαπημένη της Αμερικής;», λέει ο παραγωγός Κέβιν Μίσερ. «Ήταν μεγάλη ευκαιρία το να ζητηθεί από κάποια τόσο διάσημη, όσο η Τζούλια Ρόμπερτς, να ενσαρκώσει την κλασική κακιά του παραμυθιού, σε μία πρωτότυπη και φρέσκια εκδοχή».
Ήδη εξοικειωμένη με το έργο του Σινγκ, η Ρόμπερτς επέδειξε αμέσως ενδιαφέρον για το ρόλο. «Οι ταινίες του είναι έχουν ενδιαφέρον, τόσο σε επίπεδο οπτικό, όσο και από άποψη πρωτοτυπίας,», λέει. «Πάντα αναρωτιόμουν, πώς το κατάφερνε αυτό; Το ότι δεν φοβήθηκε να ρισκάρει προσέδωσε ιδιαίτερη άποψη στην ταινία, γεγονός που επέτρεψε σε όλους τους ηθοποιούς να φέρουν στην επιφάνεια τους χαρακτήρες τους. Η ιστορία των Γκριμ αριθμεί μόλις μερικές σελίδες, και η ταινία της Disney, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την ταινία αυτή, επιτρέπει μόνο μία περιορισμένη ερμηνεία των χαρακτήρων. Ο Τάρσεμ αφηγείται την ιστορία σε ένα πολύ ευρύτερο επίπεδο.»
Η Ρόμπερτς λέει ότι ο πολυδιάστατος χαρακτήρας, ήταν ακόμα ένα κίνητρο για να αναλάβει το ρόλο. «Πρόκειται για μια διπλή προσωπικότητα, που ήταν πραγματικά ενδιαφέρουσα,» εξηγεί η βραβευμένη με Οσκαρ ηθοποιός. Βλέπουμε τη βασίλισσα, όπως είναι στην καθημερινή της ζωή και στη συνέχεια, την αντανάκλασή της στον καθρέφτη. Η Βασίλισσα του καθρέφτη είναι πιο ήρεμη και πιο συγκεντρωμένη. Έχει τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση που αγωνίζεται να διατηρήσει η πραγματική βασίλισσα.»
Αλλά κατά βάθος, η ταινία αποτελεί μία ιστορία ενηλικίωσης μιας νεαρής γυναίκας, μπροστά στις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει. Όπως το θέτει η Ρόμπερτς, «Η Βασίλισσα χρησιμεύει στη σύγκρουση. Η Λίλι Κόλινς είναι εντυπωσιακή, ως Χιονάτη. Είναι η Χιονάτη που θα θέλαμε να δούμε όλοι μας. Με μάγεψε, επειδή παρόλο που είναι ένα πολύ νεαρό κορίτσι, είναι ταυτόχρονα και επαγγελματίας. Ήταν πολύ καλή μαζί μου. Παρόλο που ο χαρακτήρας μου ήταν τόσο άθλιος και κακός απέναντί της, εκείνη ήταν πάντα πολύ γλυκιά μαζί μου.»
Η Κόλινς, που είχε ήδη γίνει γνωστή στο κοινό με την ταινία The Blind Side παρακολούθησε με δέος τη «μεταμόρφωση» της Ρόμπερτς. «Η Τζούλια έχει αυτό το χαμόγελο που όλοι αγαπάμε, αλλά εδώ το χρησιμοποιεί με ένα απειλητικό και ανατριχιαστικό τρόπο. Η Χιονάτη είναι νέα και αθώα, και δεν αντιλαμβάνεται στην έκτασή της, τη μοχθηρή πλευρά της Βασίλισσας. Στην αρχή, η Βασίλισσα έχει το πάνω χέρι, αλλά στο τέλος της ταινίας, η Χιονάτη την πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Ήταν πολύ παράξενο να γίνομαι εγώ κακιά απέναντι στην Τζούλια Ρόμπερτς.»
Οι δημιουργοί της ταινίας ξεκίνησαν μια μεγάλη αναζήτηση προκειμένου να επιλέξουν την ηθοποιό που θα έφερνε στην επιφάνεια την αθωότητα και την αποφασιστικότητα της Χιονάτης. Για ένα μήνα είδαν περίπου 300 νεαρές γυναίκες, μέχρι που ανακάλυψαν την Κόλινς. «Από τη πρώτη στιγμή καταλάβαμε όλοι ότι αυτήν ήταν η Χιονάτη μας», λέει ο Μίσερ. «Έκανε την οντισιόν την 1η Απριλίου και όταν ο ατζέντης της, της τηλεφώνησε κάποιες ώρες μετά, νόμιζε ότι ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο. Ήταν πολύ δύσκολο να βρούμε μία σύγχρονη ηθοποιό που να έχει τη χάρη της Όντρεϊ Χέπμπορν, να είναι του βεληνεκούς της Ελίζαμπεθ Τέιλορ και να φαίνεται σαν να μην την αγγίζουν οι κακίες αυτού του κόσμου. Η Λίλι φαινόταν να ενσαρκώνει την κλασική καλοσύνη που ήταν απαραίτητη για τον χαρακτήρα.» Ο Γκόλντμαν συμφωνεί: «Η Χιονάτη είναι αγαπητή από τη φύση της και η ίδια αγαπά τη φύση. Όσο όμορφη είναι εξωτερικά, αλλά τόσο διαθέτει και εσωτερική ομορφιά. Τα νέα κορίτσια σήμερα είναι τόσο φκιασιδωμένα που ακόμα και στα 21 τους φαίνονται σαν να είσαι 35. Αλλά η Λίλι φαίνεται μικρή και αθώα. Εκπέμπει γνησιότητα, όχι μόνο στην οθόνη, αλλά και στην πραγματικότητα. Ήταν πραγματικά αυτό που ψάχναμε.»
Η αφήγηση της ιστορίας με το συγκεκριμένο τρόπο που γίνεται στην ταινία, ανανεώνει το χαρακτήρα, σύμφωνα με την Κόλινς. «Μου άρεσε η ιδέα ότι έχουμε μία μοντέρνα εκδοχή της Χιονάτης. Ο χαρακτήρας βασίζεται στη γνωστή πριγκίπισσα του παραμυθιού με την οποία μεγαλώσαμε όλοι, με τα μεγάλα μάτια και την αγνότητα που τη διακρίνει. Ήταν κλειδωμένη στον πύργο της, δίχως να γνωρίζει τι συμβαίνει εκεί έξω, αλλά τελικά εξελίσσεται σε ένα κορίτσι που παλεύει για αυτά που πιστεύει. Από τη στιγμή που η Χιονάτη ωριμάζει είναι σε θέση να βγει στον κόσμο και γίνει μία νεαρή γυναίκα.»
Η Κόλινς πιστεύει ότι ο χαρακτήρας της έχει παγκόσμια απήχηση. «Νομίζω ότι κάθε κοπέλα και ενήλικη γυναίκα κρύβει μία Χιονάτη μέσα της,» λέει. «Προσπαθήσαμε να το αποδώσουμε αυτό με χιούμορ. Είναι μια κωμική περιπέτεια για όλη την οικογένεια. «Ο χαρακτήρας του μνηστήρα της Χιονάτης, του Πρίγκιπα Άλκοτ, έχει επίσης ξεφύγει από το κλασικό παραμύθι και έχει εξελιχτεί σε ένα πιο σύγχρονο ήρωα. Ο πρίγκιπας, τον οποίο ενσαρκώνει ο Άρμι Χάμερ, είναι κεντρικός ρόλος στη σύγκρουση μεταξύ της Χιονάτης, που ζητά τη βοήθειά του για να ανακτήσει το θρόνο της, και της μητριάς της, η οποία θέλει να τον παντρευτεί με κάθε τρόπο. «Υπάρχουν πολύ λίγοι ηθοποιοί που μπορούν να βγάλουν μία αίσθηση αξιοπρέπειας και αριστοκρατικότητας και ταυτόχρονα το κωμικό και ανάλαφρο στοιχείο που έχει ο ρόλος,» λέει ο Μίσερ. «Ο Άρμι το καταφέρνει με δεξιοτεχνία αυτό και ακροβατεί πάνω σε αυτή τη γραμμή με σταθερότητα, αλλά και άγνοια του κινδύνου, γεγονός που είναι απελευθερωτικό. Είναι κάποιος με τον οποίο θα μπορέσουν να ταυτιστούν οι άντρες και να ερωτευτούν οι γυναίκες. Και αυτός είναι πραγματικά ο ορισμός του σταρ.»
Ο Χάμερ, που είναι ψηλός και όμορφος, ήταν φτιαγμένος για το ρόλο,» λέει ο Γκόλντμαν. «Αν υπήρχε πρίγκιπας της Αμερικής, αυτός θα ήταν ο Άρμι. Είναι ένας πολύ όμορφος άντρας με εντυπωσιακή ποιότητα, αλλά σε αυτή την ταινία βλέπουμε και μια άλλη του πλευρά. Είναι προσιτός, γοητευτικός και αστείος. Όλοι στην ομάδα τον ένιωσαν σαν τον καλύτερό τους φίλο. Ο Ρόμπερτς συμφωνεί ότι ο Χάμερ ήταν τέλειος για το ρόλο. «Καταρχάς, είναι ένας όμορφος νεαρός άνδρας,» λέει. «Αλλά είχαμε και πολύ μεγάλες σκηνές μαζί και ήταν πολύ καλά προετοιμασμένος, και πραγματικά αστείος σε αυτό το ρόλο. Προσδίδει χιούμορ και σοβαρότητα στο χαρακτήρα. Θέλεις να τον βλέπεις στην οθόνη όσο περισσότερο μπορείς.»
Η ευκαιρία να συνεργαστεί με την Ρόμπερτς ήταν ιδιαίτερα θελκτική για τον Χαμερ. «Η Τζούλια τα δίνει όλα σε αυτήν την ταινία. Είναι φανταστική. Ήταν τόσο εντυπωσιακό να την παρακολουθείς να παίζει, γιατί έχει τον απόλυτο έλεγχο σε ότι κάνει. Κάθε κίνηση, κάθε χειρονομία, ήταν τόσο ακριβείς.» Αρχικά, ο Χάμερ παραδέχεται ότι είχε κάποιους ενδοιασμούς στο να παίξει τον πρίγκιπα. «Μου φαινόταν ότι θα ήταν γλυκανάλατος ρόλος,» λέει. «Αλλά συζήτησα τους δισταγμούς μου με τον Τάρσεμ και με διαβεβαίωσε ότι θα με βοηθήσει στο χτίσιμο του χαρακτήρα. Μου είπε ότι ήθελε να κάνει μια ταινία για εκείνους που ψάχνουν να βρουν θάρρος, αγάπη, τη θέση τους σε αυτόν τον κόσμο, η οποία να έχει πολύ χιούμορ και καλές ερμηνείες. Μου μετέδωσε τον ενθουσιασμό του για το έργο. Έδινε το 100% του εαυτού του στο σετ. Δεν μπορείς παρά να τον ακολουθήσεις όταν είσαι μαζί του.»
Ο Χάμερ ανακάλυψε ότι και ο δικός του χαρακτήρας έψαχνε για ένα σκοπό στη ζωή, το ίδιο όπως και η Χιονάτη. «Ο πρίγκιπας έχει όλα τα μέσα», λέει. «Όπως κάθε σωστός πρίγκιπας, έχει εκπαιδευτεί στο να πολεμά, να χορεύει. Ξέρει την ιστορία του, γνωρίζει για τις επιστήμες και τα μαθηματικά. Γνωρίζει τον κόσμο, αλλά μόνο θεωρητικά. Δεν ξέρει πώς λειτουργεί πραγματικά, οπότε αναζητά την περιπέτεια και βρίσκει κάμποση στο δρόμο του. Για να λέμε την αλήθεια βρίσκει περισσότερη απ’ όση θα μπορούσε να αντέξει.»
Ξεφεύγοντας από την αρχική ιστορία, οι δημιουργοί της ταινίας προσέθεσαν ένα σημαντικό χαρακτήρα στην αυλή της Βασίλισσας: τον Μπράιτον, τον πιστό και φαφλατά υπηρέτη της. «Ο ρόλο του Μπράιτον είναι πολυσύνθετος», λέει ο Γκόλντμαν. «Είναι το πρόσωπο που αποφασίζει αν η Χιονάτη θα ζήσει ή θα πεθάνει, αλλά και ο υποτακτικός της Βασίλισσας. Είναι από τους ρόλους που καθόρισαν το πως θα είναι η ταινία.» Ο βραβευμένος με Tony και Emmy ηθοποιός Νέιθαν Λέιν παίζει τον Μπράιτον, μετατρέποντας το χαρακτήρα σε μια μηχανή χιούμορ. «Ο Νέιθαν βοήθησε στο να καθοριστούν και οι υπόλοιπες ερμηνείες στην ταινία,» λέει ο Γκόλντμαν. «Είναι ένας μετρ της κωμωδίας και ταυτόχρονα τόσο δοτικός. Ήταν πραγματικά παρόν και υποστηρικτικός για όλους τους χαρακτήρες με τους οποίους αλληλεπιδρούσε.»
Όντας ο πολυπαθής υπηρέτης της βασίλισσας, ο Μπράιτον προσπαθεί να κάνει ό,τι μπορεί καλύτερο για να την ευχαριστήσει,» λέει ο Λέιν. «Αλλά την απογοητεύει διαρκώς. Είναι κάτι σαν να είσαι βοηθός της Φέι Ντάναγουεϊ. Αλλά ευτυχώς, υπάρχει και το κωμικό στοιχείο.»
Ο Λέιν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδέχτηκε το ρόλο, με χαρακτηριστικό μπρίο. «Είπα ‘ναι στο ρόλο, λόγω του κοστουμιού μου», λέει. «Ήταν η ευκαιρία μου να μοιάσω στην Σίρλεϊ Μπουθ. Αυτό ήταν που με παρακίνησε να παίξω τον Μπράιτον.»
Στην πραγματικότητα, άρπαξε την ευκαιρία να συνεργαστεί με την Ρόμπερτς. Οι δύο ηθοποιοί είχαν συναντηθεί κάποια χρόνια πριν σε ένα φιλανθρωπικό γκαλά που είχε διοργανώσει ο Πολ Νιούμαν. «Σκέφτηκα ότι θα διασκεδάζαμε μαζί,» λέει ο Λέιν. «Ο χαρακτήρας της μοιάζει με εκείνον που είχε παίξει στο My Best Friend’s Wedding, αλλά αυτός είναι πολύ πιο κακιασμένος. Δεν είναι καλός άνθρωπος, αλλά οι ρόλοι των κακών είναι πάντα πιο ενδιαφέροντες. Εάν πρόκειται να παίξεις την κακιά βασίλισσα, μέρος της διασκέδασης είναι να την παίξεις σαν κάποια που δεν φαίνεται να έχει συνείδηση του τι είναι. Και είναι καταπληκτική φορώντας αυτά τα υπέροχα κοστούμια.»
Η σχέση μεταξύ του Λέιν και της Ρόμπερτς έγινε ένα από τα βασικά κωμικά σημεία της ταινίας. «Εν μέσω των συνωμοσιών που έστηναν, δημιούργησαν μια παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα,» λέει ο Μίσερ. «Είναι οι κακοί για τους ενήλικες και οι αστείοι για τα παιδιά. Ο ρόλος αρχικά ήταν μικρός, αλλά από τη στιγμή που τον ενσάρκωνε ένας ηθοποιός με τα ταλέντα του Νέιθαν, έγινε κεντρικός.»
Αφού εγκαταλείφθηκε στο δάσος από τον Μπράιτον, η Χιονάτη βρίσκεται περιτριγυρισμένη από μία παρέα κακοποιών, που κανένας τους δεν φτάνει πάνω από το πηγούνι της. Ο Σινγκ «αντικατέστησε» τους γνώριμους σε όλους μας νάνους – ανθρακωρύχους, με μία συμμορία ληστών, οι οποίοι έχουν στραφεί στο έγκλημα, αφού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την άνετη ζωή τους στο χωριό. «Η Βασίλισσα, που ενδιαφέρεται μόνο για την εξωτερική της ομορφιά, τους έχει εξορίσει, επειδή δεν συμβάδιζαν με το πρότυπο της ομορφιάς της,» λέει ο Γκόλντμαν. «Αυτή η λεπτομέρεια προσθέτει στην αφήγηση, ενισχύοντας το συναισθηματικό βάθος των χαρακτήρων και κάνοντας το εύκολο για το κοινό να ταυτιστεί μαζί τους.» Για να ενσαρκώσουν τους νάνους, ο Σινγκ βρήκε επτά εξαιρετικούς ηθοποιούς. «Ήμασταν απίστευτα τυχεροί στο να βρούμε ηθοποιούς γι’ αυτήν την ταινία και οι νάνοι δεν αποτελούν εξαίρεση», σημειώνει. «Το επίπεδο της ενέργειας και της δημιουργικότητας που έφεραν σε αυτή την ιστορία ήταν πρωτοφανή.» Αντί να βασιστούν στους γνωστούς χαρακτήρες που όλοι ξέρουμε από το κλασικό παραμύθι, οι δημιουργοί της ταινίας επέτρεψαν στον καθένα από τους νάνους να αποφασίσει για τον τύπο του χαρακτήρα που θα ήθελε να ενσαρκώσει. «Πρώτα βρήκαμε τους ηθοποιούς και μετά αναπτύξαμε τους χαρακτήρες γύρω από την προσωπικότητά τους,» εξηγεί ο Γκόλντμαν. «Ο καθένας από αυτούς συνέβαλε με τον τρόπο του για να βοηθήσει τη Χιονάτη να εξελιχτεί στη γυναίκα που έπρεπε να γίνει.»
Με αυτό κατά νου, οι χαρακτήρες του Χασάπη, του Γκριμ, του Μισόλιτρου, του Ναπολέοντα, του Λύκου, του Χαχανούλη και του Φαγάνα (Μαρτίν Κλεμπά, Ντάνι Γούντμπερν, Μαρκ Ποβινέλι, Τζόρτνταν Πρέντις, Σεμπαστιάν Σαραθένο, Ρόναλντ Λι Κλαρκ και Τζο Γκνόφο, αντίστοιχα) άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Όπως εξηγεί ο Κλεμπά, «Με λένε Χασάπη γιατί ήμουν ο χασάπης στην πόλη. Ο Μισόλιτρος είχε στην ιδιοκτησία του την τοπική παμπ. Ο Γκριμ ήταν δάσκαλος. Κάθε ένας από αυτούς προέρχεται από ένα διαφορετικό κομμάτι της κοινωνίας. Το μόνο τους κοινό είναι ότι εξορίστηκαν από την πόλη λόγω του ύψους τους.»
Ο Κλαρκ προσθέτει, «Αφού εξοριστήκαμε από το βασίλειο, οι επτά μας γίναμε μια οικογένεια. Τσακωνόμαστε όλη την ώρα, αλλά καταφέρνουμε να μένουμε ενωμένοι γιατί ξέρουμε πόσο πολύ χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον.»
«Μόνη στον κόσμο, η Χιονάτη αναγκαστικά εξαρτάται από τους επτά άνδρες για να της δείξουν ποιο δρόμο να τραβήξει. Καθώς γνωρίζεται καλύτερα με τους ασυνήθιστους μέντορές της, μαθαίνει για τις μοναδικές τους ικανότητες. «Ο καθένας μας τη μαθαίνει να κάνει κάτι διαφορετικό: πώς να ξιφομαχεί, να παλεύει, να στέκεται στα πόδια της. Το πιο σημαντικό ήταν να τη διδάξουμε πως να πιστεύει στον εαυτό της,» λέει ο Γούντμπερν. Η Κόλινς συνεργάστηκε στενά με όλους τους, αναπτύσσοντας μία φιλία μαζί τους, που δεν απείχε και πολύ από αυτή που είχαν μεταξύ τους οι νάνοι του παραμυθιού. Λέει, «ο Μάρτιν, ο Ντάνι, ο Μαρκ, ο Σεμπαστιάν, ο Τζόρνταν, ο Ρόναλντ και ο Τζο καταπληκτικοί. Έχουν δημιουργήσει αυτούς τους μοναδικούς χαρακτήρες και έφτιαξαν μία ομάδα, παρά το γεγονός ότι ήταν πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους.»
«Το καστ συμπληρώνουν η υποψήφια για Όσκαρ, Μάρε Γουίνιχαμ, που παίζει την Μπέικερ Μάργκαρετ, την έμπιστη της Χιονάτης στο παλάτι, ο υποψήφιος για Όσκαρ Μάικλ Λέρνερ, που ενσαρκώνει τον Βαρόνο, του οποίου το αδέξιο φλερτ προκαλεί παροξυσμούς οργής στη Βασίλισσα, ο βραβευμένος με Όσκαρ Σον Μπιν, που παίζει τον βασιλιά και χτυπημένο από την αρρώστια πατέρα της Χιονάτης, και ο νέος Βρετανός ηθοποιός Ρόμπερτ Εμς, που παίζει τον Τσαρλς Ρέντμποκ, τον πιστό υπηρέτη και συνοδό του πρίγκιπα στα ταξίδια.
Ο Σινγκ ήταν ενθουσιασμένος με τις ερμηνείες των ηθοποιών που βοήθησαν να συμπληρωθεί ο φανταστικός κόσμος που δημιούργησε. Εξηγεί, «θέλεις πάντα να έχεις καλούς ηθοποιούς στις ταινίες σου. Η ευχή είναι να κάνεις μια ταινία που ν’ αντέξει στο χρόνο και ένα αξιόλογο καστ μπορεί αυτό να το κάνει πραγματικότητα.» Η ποιότητα του καστ είναι μια απόδειξη για το ταλέντο και τη φαντασία του Σινγκ, σύμφωνα με την Ρόμπερτς. «Όλοι κατάφεραν να ενσαρκώσουν με τον καλύτερο τρόπο τους χαρακτήρες τους,» λέει. «Νομίζω ότι αυτό συνέβη επειδή όλοι μας θέλαμε να συμμετάσχουμε σε αυτήν την ταινία για χάρη του Τάρσεμ και να αποτελέσουμε μέρος του μαγικού κόσμου που έστησε.»


Δημιουργώντας ένα μαγικό βασίλειο

Δεν θα αποτελέσει έκπληξη για κανέναν που έχει δει προηγούμενες δουλειές του Τάρσεμ Σινγκ, ότι η ταινία ΚΑΘΡΕΦΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ είναι μία οπτική πανδαισία. Επεξεργάστηκε σε μεγάλα στούντιο ήχου του Μόντρεαλ και έχει μοναδικές σκηνές από στοιχειωμένα χιονισμένα δάση, φτωχικά αλλά και πλούσια δεντρόσπιτα χωμένα σε κορμούς, αχανείς αίθουσες για τις μεγαλοπρεπείς δεξιώσεις της βασίλισσας και μια τεράστια κρεβατοκάμαρα στην οποία διαμορφώνονταν όλα τα δόλια σχέδιά της. Τα φανταστικά σκηνικά συμπληρώνονται από τα πολυτελή κοστούμια της ταινίας, τα μαλλιά και το μακιγιάζ, τα οποία μας «ταξιδεύουν» από εποχή σε εποχή, παραπέμπουν στο κλασικό παραμύθι αλλά και αιχμαλωτίζουν τη φαντασία.
Η σκηνογραφία ήταν βασικό στοιχείο της ταινίας από την αρχή της δημιουργικής διαδικασίας, σύμφωνα με τον Σινγκ. «Όταν ήμουν στην αρχή της σύλληψης της ταινίας ΚΑΘΡΕΠΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ, θυμήθηκα μια ρωσική ταινία που είχα δει και ονομαζόταν Ivan’s Childhood. Υπάρχει μια ρομαντική σκηνή στην ταινία που λαμβάνει χώρα σε ένα δάσος σημύδας. Αμέσως σκέφτηκα ότι αν θα μπορούσα να σχεδιάσω ένα παρόμοιο σκηνικό, αυτό θα καθόριζε το στιλ της ταινίας.»
Ο σχεδιαστής παραγωγής Τομ Φόντεν, ο διευθυντής φωτογραφίας Μπρένταν Γκάβλιν και η ενδυματολόγος Έικο Ισιόκα είχαν συνεργαστεί όλοι τους με τον Σινγκ στις τρεις προηγούμενες ταινίες του. Αντί να εξαρτηθούν από ειδικά εφέ για να δημιουργήσουν το φανταστικό κόσμο του ΚΑΘΡΕΠΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ, οι δημιουργοί της ταινίας επέλεξαν πραγματικά σκηνικά, όταν αυτό ήταν δυνατόν. «Χρησιμοποιήσαμε green screen και κάποια θαυμάσια οπτικά εφέ στην ταινία,» λέει ο Σινγκ. «Ωστόσο, θέλαμε τα σκηνικά στα οποία έπαιζαν οι ηθοποιοί να είναι όσο πιο ρεαλιστικά γινόταν. Και για το λόγο αυτό έπρεπε να είναι τεράστια.»
Τα εξίσου θαυμάσια κοστούμια, από τις εκκεντρικές χρυσές και κόκκινες τουαλέτες της Βασίλισσας μέχρι τα παστέλ φορέματα της Χιονάτης και τη στολή της για τη μάχη, δημιουργήθηκαν από την αείμνηστη Έικο Ισιόκα, για την οποία η ταινία ΚΑΘΡΕΠΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ έμελε να είναι και η τελευταία της. Η βραβευμένη με Όσκαρ ενδυματολόγος είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Σινγκ σε τέσσερις ταινίες, πριν το θάνατό της τον Ιανουάριο του 2012. «Η σχέση μεταξύ του Τάρσεμ και της Έικο ήταν πνευματική, και αυτό φαίνεται σ’ όλες τις ταινίες στις οποίες συνεργάστηκαν,» λέει ο Μίσερ. «Νομίζω ότι η δουλειά της σε αυτήν την ταινία είναι μια απόδειξη για την τέχνη της γενικότερα και τη σχέση τους, ειδικότερα. Είναι ένα υπέροχο δώρο που μας αφήνει για να θυμόμαστε πάντα πόσο ιδιαίτερη ήταν.»
Η Ισιόκα που είχε βραβευτεί με Όσκαρ για τα φαντασμαγορικά της κοστούμια στην ταινία Drakula του Φράνσις Φορντ Κόπολα, ήταν επίσης μία αξιόλογη εικαστική καλλιτέχνης της οποίας η δουλειά βρίσκεται στη μόνιμη συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη. «Ήταν μια απίστευτη καλλιτέχνης,» λέει ο Σινγκ. «Δεν σχεδίαζε απλά κοστούμια. Δημιουργούσε έργα τέχνης.» Τα περίτεχνα και ευφάνταστα σχέδιά της συνδυάζουν φαντασία και ιδιαίτερο χαρακτήρα, αντλώντας τις επιρροές τους από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα, δημιουργώντας κάτι εντελώς πρωτότυπο. Είναι εντυπωσιακό, ότι τα συγκλονιστικά της σχέδιά δεν περιορίστηκαν στα φορέματα και κοστούμια που φοριούνται από τους πρωταγωνιστές της ταινίας. Η Ισιόκα σχεδίασε και τα παραπάνω από 300 κοστούμια που φοριούνται από τους κομπάρσους της ταινίας. Σχεδόν όλα ήταν χειροποίητα.


Μια βασιλική μάχη

Πίσω από αυτόν το σχολαστικά σχεδιασμένο φανταστικό κόσμο, εκτυλίσσεται μία μια πραγματική ιστορία, καθώς η Χιονάτη μαθαίνει πως να προσαρμοστεί σε μία νέα ζωή έξω από τα τείχη του παλατιού. Από τους οικοδεσπότες της στο δάσος, η Χιονάτη αρχίζει να μαθαίνει πώς να προστατεύει τον εαυτό της σε δύσκολες σκηνές μάχης. Όπως πάντα, ο Σινγκ έδωσε βάρος στο ρεαλισμό. «Ήθελα πραγματικές σκηνές μάχης, με αληθινά όπλα και πραγματική επιθετικότητα,» λέει ο Σινγκ. «Αλλά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ήθελα οι ηθοποιοί να λάβουν οι ίδιοι μέρος στις περιπετειώδεις σκηνές αυτής της ταινίας.» Οι πρωταγωνιστές της ταινίας έκαναν μήνες εντατικής εκπαίδευσης για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις εξαντλητικές σκηνές δράσης που αφορούσαν ξιφασκία, ακροβατικά, ιππασία και άλλα.
Η κορυφαία σκηνή της ταινίας είναι ο βασιλικός χορός για το γάμο της Χιονάτης με τον Πρίγκιπα. Ο Σινγκ ήθελε να αυξήσει την εορταστική ατμόσφαιρα με μία σκηνή σε στυλ Bollywood. Για το σκοπό αυτό επέλεξε το ποπ κομμάτι της δεκαετίας του '60 «Love», που τραγουδούσε η Νίνα Χαρτ. «Είχα αυτό το κομμάτι στο μυαλό μου από την αρχή, αλλά κάτι μου έλεγε ότι θα ήταν δύσκολο να πάρω τα δικαιώματα,» λέει ο σκηνοθέτης. «Τελικά, λίγο πριν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα, βρήκα τη λύση. Όταν άκουσα ότι η Λίλι μπορούσε να τραγουδάει, την έβαλα να ηχογραφήσει μια διασκευή του τραγουδιού για την ταινία. Ήταν εξαιρετική. Και μετά ταιριάξαμε τα φωνητικά της με μία μεγάλη χορογραφία.»
Ο χορογράφος Πολ Μπέκερ ήρθε κατά τη διάρκεια της προπαραγωγής να σχεδιάσει τη χορογραφία, στην οποία έπαιρναν μέρος όλοι οι βασικοί ηθοποιοί και πάνω από 200 κομπάρσοι. «Η χορογραφία ξεκινά σχεδόν απροειδοποίητα,» λέει. «Η Λίλι ξαφνικά ξεκινά το τραγούδι και το χορό και όλοι αναρωτιούνται τι πρόκειται να γίνει. Στη συνέχεια όμως και οι νάνοι χορεύουν μαζί της. Και έτσι ξεκινά ένα μεγάλο πάρτι.» Ο Μπέκερ σχεδίασε τη χορογραφία ώστε να θυμίζει τις αξέχαστες χορογραφίες του σταρ του Χόλιγουντ, Μπάσμπι Μπέρκλεϊ, με εναέρια πλάνα που «αιχμαλωτίζουν» τις κινήσεις των χορευτών.


- Βιογραφικά χαρακτήρων -


Χιονάτη (Λίλι Κόλινς) – Τόσο ευγενική και γενναιόδωρη, όσο και όμορφη, η Χιονάτη ήταν η αδυναμία του πατέρα της και αγαπητή από όλους στη βασιλική οικογένεια, εκτός από τη Βασίλισσα και τα τσιράκια της. Αφού κατάφερε να ξεφύγει από την κακοποίηση και την αδιαφορία, έχει εξελιχτεί σε μια νέα γυναίκα εμπνευσμένη, προικισμένη με το θάρρος, τη σοφία και την αγάπη του πατέρα της για τους υπηκόους του. Η Χιονάτη έχει μεταμορφωθεί σε μία πριγκίπισσα έτοιμη να πολεμήσει για τους ανθρώπους της και να πάρει πίσω το βασίλειο από την ύπουλη Βασίλισσα.

Η Βασίλισσα (Τζούλια Ρόμπερτς) - Μαγευτικής ομορφιάς και απέραντης ψυχραιμίας, η ραδιούργος βασίλισσα είναι στην πραγματικότητα μια μάγισσα που κρατιέται όμορφη με μαντζούνια από τσιμπήματα μέλισσας, δηλητήρια φιδιών και σαρκοβόρα σκουλήκια. Αφού σφετερίστηκε το θρόνο, έχει οδηγήσει το βασίλειο σε πτώχευση, εξαιτίας της υπερβολικής πολυτέλειας μέσα στην οποία ζει. Όταν συμπωματικά την πλησιάζει ο πλούσιος πρίγκιπας Άλκοτ, χρησιμοποιεί όλα της τα όπλα για να τον εξαπατήσει.

Πρίγκιπας Άλκοτ (Άρμι Χάμερ) - Η συγκλονιστικά όμορφος και, κατά κάποιο τρόπο, νόμιμος διάδοχος του θρόνου της Βαλένθια αναζητά μία πριγκιπική περιπέτεια, όταν «σκοντάφτει» στην αυλή της Βασίλισσας. Η υποδειγματική ευημερία του βασιλείου του, τον κάνει υποψήφιο θύμα της άπληστης Βασίλισσας, αλλά εκείνος έχει μάτια μόνο για την υπέροχη κηδεμονευόμενή της, την Χιονάτη.

Μπράιτον (Νέιθαν Λέιν) – Ο Μπράιτον, είναι ο επίσημος κόλακας της Βασίλισσας και εκείνος που λούζεται όλες τις αμαρτίες και τα στραβοπατήματά της. Ο άμοιρος, ενθουσιώδης συκοφάντης ανέχεται συνεχώς τις προσβολές της και υποτάσσεται στις βουλές της, αποσπώντας εξοντωτικούς φόρους από το λαό και σχεδιάζοντας τη δολοφονία των αντιπάλων της.

Μάργκαρετ Μπέικερ (Γουίνιχαμ Μάρε) – Η γλυκιά και ευγενική Μάργκαρετ Μπέικερ ήταν το απάγκιο «λιμάνι» της Χιονάτης σε όλες τις θύελλες, από την παιδική της κιόλας ηλικία. Αλλά πίσω από τη φαινομενική της ηρεμία κρύβει μία υπερήφανη καρδιά που εξακολουθεί να είναι πιστή στον πρώην βασιλιά και εμπνέει την πριγκίπισσα να διεκδικήσει όσα της ανήκουν, με κάθε τρόπο.

Ο Βαρώνος (Μάικλ Λέρνερ) – Ο λάγνος και φιλόδοξος Βαρόνος ενσαρκώνει τη νωθρότητα και τη διαφθορά της μαλθακής αριστοκρατίας του βασιλείου. Με το να είναι αγγελιοφόρος κακών ειδήσεων, ελπίζει ότι η Βασίλισσα θα συμφωνήσει να τον παντρευτεί, όταν τα χρήματά της εξανεμιστούν.

Ο Βασιλιάς (Σον Μπιν) - Ο πατέρας της Χιονάτης.


- Οι Επτά Νάνοι -

Γκριμ (Ντάνι Γούντμπερν) - Ο αρχηγός της απείθαρχης «συμμορίας».

Χασάπης (Μάρτιν Κλέμπα) – Μην τολμήσει κανείς να προδώσει τον Χασάπη, τον πιο άγριο νάνο! Το φυτίλι του είναι πιο μικρό κι από το μπόι του!

Λύκος (Σεμπάστιαν Σαραθένο) – Ο Τζούλιους, ένας σπασίκλας με κοκάλινα γυαλιά, προτιμά να τηρεί τους λογαριασμούς, παρά να μαζεύει τους εξοντωτικούς φόρους.

Ναπολέων (Τζόρνταν Πρέντις) – Ο Τσα-τσα που διανθίζει τη φλυαρία του με μία υποψία Γαλλικών, είναι πάντα έτοιμος να απαντήσει σε οποιαδήποτε γυναικεία ερώτηση που έχει να κάνει με τα μαλλιά, τη μόδα ή τον έρωτα.

Μισόλιτρος (Μαρκ Ποβινέλι) - Ο πιο μικροσκοπικός νάνος μισεί τους ψηλούς ανθρώπους από τότε που έχασε την pub που δούλευε τις παλιές καλές μέρες.

Φαγάνας (Τζόι Γκνόφο) – Όλα θα πάνε καλά, αρκεί να καλέσετε αυτόν τον αξιαγάπητο παχουλό τεμπελάκο για φαγητό.

Γελαστός (ή Χαχανούλης) (Ρόναλντ Λι Κλαρκ) - Όποιος τον πλησιάζει, καταλαβαίνει αμέσως από πού πήρε το όνομά του.

ΤΖΟΥΛΙΑ ΡΟΜΠΕΡΤΣ (Κακιά Βασίλισσα)
ΛΙΛΙ ΚΟΛΙΝΣ (Χιονάτη)
ΑΡΜΙ ΧΑΜΕΡ (Πρίγκηπας Άλκοτ)
ΝΕΪΘΑΝ ΛΕΪΝ (Μπράιτον)
ΣΟΝ ΜΠΙΝ (Βασιλιάς)

Σκηνοθεσία ΤΑΡΣΕΜ ΣΙΝΓΚ
Σενάριο ΜΑΡΚ ΚΛΑΪΝ, ΤΖΕΪΣΟΝ ΚΕΛΕΡ
Παραγωγή ΜΠΕΡΝΙ ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ, ΡΑΪΑΝ ΚΑΒΑΝΟ, ΜΠΡΕΤ ΡΑΤΝΕΡ
Φωτογραφία ΜΠΡΕΝΤΑΝ ΓΚΑΛΒΙΝ
Μοντάζ ΡΟΜΠΕΡΤ ΝΤΑΦΙ, ΝΙΚ ΜΟΥΡ
Καλλιτεχνική Διεύθυνση ΤΟΜ ΦΟΝΤΕΝ
Κοστούμια ΑΪΚΟ ΙΣΙΟΚΑ
Μουσική ΑΛΑΝ ΜΕΝΚΕΛ
Διάρκεια 106’
Πρώτη Προβολή Κυριακή Πάσχα, 15 Απριλίου
Διανομή VILLAGE

Το soundtrack της ταινίας κυκλοφορεί από την Sony Music

Συμμετέχουν
Τζούλια Ρόμπερτς
Evil Queen
Λίλι Κόλινς
Snow White
Άρμι Χάμερ
Prince Andrew Alcott
Σον Μπιν
The King
Nathan Lane
Brighton
Μαρ Ουίνινγκχαμ
Baker Margaret
Μάικλ Λέρνερ
Baron
Robert Emms
Renbock
Martin Klebba
Butcher
Ντάνι Γούντμπερν
Grimm
iShow.gr - Ο κόσμος της Showbiz