Αναζήτηση
στο iShow.gr
στο πρόγραμμα τηλεόρασης
Florence: Φάλτσο σοπράνο - iShow.gr
Florence: Φάλτσο σοπράνο (Florence Foster Jenkins)
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
VIDEO
Βιογραφία
Κωμωδία
Δραματική
Είδος
Βιογραφική δραματική κομεντί αμερικανικής 2016
Διάρκεια
110'
Συντελεστές
Υπόθεση
Η κοσμική Νεοϋορκέζα Florence Foster Jenkins (Meryl Streep) πιστεύει πως είναι το αηδόνι της όπερας ενώ στην πραγματικότητα είναι εντελώς φάλτσα. Ο σύζυγος και ατζέντης της, St Clair Bayfield (Hugh Grant), ένας Άγγλος αριστοκράτης και ηθοποιός, συντηρεί αυτή της την ψευδαίσθηση. Όταν η Florence αποφασίζει να δώσει κονσέρτο στο θρυλικό Carnegie Hall το 1944, ο St Clair ξέρει ότι καλείται να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του. 
Trailer
Πληροφορίες
Η καλύτερη ηθοποιός στον κόσμο υποδύεται τη χειρότερη τραγουδίστρια στον κόσμο. Η τρεις φορές βραβευμένη με Όσκαρ Meryl Streep ενσαρκώνει τη Florence Foster Jenkins, μια τουλάχιστον κακόφωνη, καλτ τραγουδίστρια όπερας που «μεσουράνησε» στη Νέα Υόρκη τις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Η ξεκαρδιστική, αλλά και συγκινητική αυτή ταινία βασίζεται σε πραγματική ιστορία, στο πλευρό της πρωταγωνίστριας εμφανίζεται επάξια ο απολαυστικός Hugh Grant (Notting Hill), ενώ τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο μοναδικός Stephen Frears (The Queen). 

«Μπορεί να λένε ότι δεν μπορώ να τραγουδήσω. Αλλά κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν τραγούδησα». Florence Foster Jenkins 
Ο Stephen Frears, η Meryl Streep και ο Hugh Grant ενώνουν τις δυνάμεις τους για πρώτη φορά στην ταινία Florence: Φάλτσο Σοπράνο, μια εμπνευσμένη, συγκινητική, συναισθηματική κωμωδία για την αγάπη, τη μουσική και τις προσδοκίες.
Το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην (εξαιρετική) άποψη που είχε η Florence Foster Jenkins για τον εαυτό της και τις παταγώδεις αποτυχίες της ως τραγουδίστρια, ήταν κάτι που έκανε μεγάλη εντύπωση στον σεναριογράφο Nicholas Martin. «Άκουσα ένα τραγούδι στο YouTube» λέει ο σεναριογράφος. «Έμεινα άφωνος από την ειλικρίνεια της φωνής της και το βρήκα πολύ αστείο και συγκινητικό. Το άκουγα ξανά και ξανά και ήθελα να μάθω για τη ζωή της. Τότε κατάλαβα ότι η ιστορία της διαδρομής της μέχρι το Carnegie Hall θα έκανε ένα συναρπαστικό μιούζικαλ».

Όσο έκανε έρευνα για τη ζωή της, ο Martin εντυπωσιάστηκε από τον δυναμισμό της. «Ήταν σαν τον ήλιο στο κέντρο με όλους τους πλανήτες σε τροχιά γύρω της». Εξίσου του τράβηξε το ενδιαφέρον και η σχέση με τον σύντροφο της, τον St. Clair Bayfield, του οποίου τα ημερολόγια αποκαλύπτουν τη βαθιά ριζωμένη αγάπη του για τη Florence, παρ’ όλο που ζούσε με άλλη γυναίκα. Ο ακομπανιατέρ Cosme McMoon συμπλήρωσε το τρίο που έγινε το επίκεντρο της νεοϋορκέζικης καλλιτεχνικής κοινωνίας. 

«Η Florence ήταν σημαντική προσωπικότητα στην τέχνη και τη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Υποστήριζε οικονομικά τις τέχνες με πολλούς τρόπους, ένας εκ των οποίων ήταν να παρέχει μουσικά όργανα σε παιδιά που δεν είχαν τη δυνατότητα να τα αποκτήσουν», εξηγεί ο Martin. «Σύστησε πολλούς εύπορους ανθρώπους στον κόσμο της μουσικής και τους έπεισε να συνεισφέρουν οικονομικά στη μουσική σκηνή της πόλης. Προσέφερε 1000 εισιτήρια για τη συναυλία της στο Carnegie Hall σε βετεράνους του πολέμου και πολλοί από αυτούς πέρασαν φανταστικά. Προφανώς, σχεδόν πέθαναν από τα γέλια και η βραδιά ήταν καταπληκτική και αλλόκοτη! Είχε καθόλου ιδέα η Florence πώς ακουγόταν πραγματικά; Αυτό θα το αποφασίσει το κοινό». 

Έξι μήνες μετά το ξεκίνημα της έρευνας, ο Martin είχε το σενάριο. «Ένας φίλος μου μού είπε ότι ο παραγωγός Michael Kuhn ήξερε πολλά για μουσική, οπότε του το έστειλα. Του άρεσε και μετά ακολούθησε ο Stephen. Είπα ότι μόνο μια θα μπορούσε να υποδυθεί τη Florence και αυτή είναι η Meryl Streep, αλλιώς θα έπρεπε να το αφήσουμε. Ήξερα ότι αγαπάει τη μουσική και ήξερα ότι της άρεσαν οι εμβληματικοί χαρακτήρες -είχα το προαίσθημα ότι θα το έκανε. Όταν με πήρε ο Michael και μου είπε «συγχαρητήρια, έχεις την ταινία σου», ήξερα τι εννοούσε. Ήταν μια θαυμάσια στιγμή στη ζωή μου! Έπρεπε να περιμένουμε μέχρι να είναι διαθέσιμη, οπότε είχαμε τον χρόνο να δουλέψουμε το σενάριο και να το τελειοποιήσουμε».

«Διάβασα το σενάριο του Nicholas Martin και είδα ότι έχει πολλή πλάκα» λέει ο Stephen Frears. «Ήταν έξυπνο, διασκεδαστικό και ενδιαφέρον. Ήταν μια καλή ιστορία. Είχε καλές σχέσεις, καλά αστεία. Τι άλλο να θέλει κανείς; Υπάρχει μια διάσημη ηχογράφηση της και μου είπαν ότι πολύς κόσμος τη δεκαετία του ’60 την έβαζε όταν είχε καλεσμένους για φαγητό. Άκουσα το πραγματικό υλικό και ήταν ξεκαρδιστικό! Η ηχογράφηση είναι τόσο αστεία και απαίσια, αλλά αναπάντεχα τρυφερή και συγκινητική».

Η ταινία στήθηκε πολύ γρήγορα σύμφωνα με τον Frears. «Ο Nicholas πρέπει να έπαθε πλάκα που όλοι είπαμε ναι με τη μία, εγώ, οι παραγωγοί, η Meryl και ο Hugh. Δεν γίνεται τόσο εύκολα συνήθως. Αλλά το σενάριο του ήταν ώριμο. Ο Nicholas έγραψε έχοντας στο μυαλό του ότι το κοινό θα περάσει καλά και θα διασκεδάσει».

Ο Stephen θεωρεί τη Florence έναν καθηλωτικό χαρακτήρα. «Ήταν πλούσια και κοσμική γυναίκα που έκανε πολλά για τη μουσική κατά τη διάρκεια του πολέμου. Υποστήριξε τον φημισμένο διευθυντή ορχήστρας Toscanini και ήταν φιλάνθρωπος. Μου θύμισε τη Margaret Dumont, την κωμική ηθοποιό που κυνηγούσε ο Groucho Marx. Υπήρχαν άνθρωποι στη Νέα Υόρκη που χρειάζονταν πολιτισμό τους τρομερούς καιρούς του πολέμου και εκείνη τους έφτιαχνε συνεχώς το κέφι. Βλέπει τη Lily Pons, μια Γαλλίδα τραγουδίστρια με άψογη φωνή να τραγουδάει και εμπνέεται να αρχίσει ξανά το τραγούδι και να κάνει μαθήματα. Τότε αρχίζει ο τρόμος! Ο Bayfield ήταν έναν αποτυχημένος ηθοποιός που συνάντησε και κατευθείαν κόλλησαν. Εκείνος βρήκε έναν τρόπο να ζήσει και εκείνη βρήκε έναν άνθρωπο να την αγαπήσει και να τη φροντίσει παρ’ όλο που ήταν γυναικάς, τι άλλο να ζητήσει; Οι κεντρικοί χαρακτήρες της Florence και του Bayfield ήταν φαιδροί, συγκινητικοί και εξωφρενικοί την ίδια στιγμή, αλλά δένουν μεταξύ τους».

Όσο για τη Meryl Streep, η ηθοποιός είχε υπόψη της τη Florence Foster Jenkins, αλλά ήταν η προοπτική του να συνεργαστεί με τον Stephen Frears που της άρεσε περισσότερο. «Έχω μια αμυδρή ανάμνηση του πρώτου έτους στη δραματική σχολή όπου διάφοροι κυκλοφορούσαν με ηχογραφήσεις της. Θυμάμαι μια τσιρίδα. Ο Stephen με κάλεσε και μου είπε ότι έχει έναν ρόλο για μένα, ότι είναι η χειρότερη τραγουδίστρια όπερας στον κόσμο και ενθουσιάστηκα. Είπα ναι πριν διαβάσω το σενάριο γιατί πάντα ήθελα να δουλέψω με τον Stephen. Έχει τη φήμη φοβερού συνεργάτη στον κύκλο των ηθοποιών».

Εκτός από την ολέθρια τραγουδιστική ικανότητα, η ιστορία της Florence είχε πολύ τρυφερό πυρήνα. «Έχει να κάνει με τη μακρά και ευτυχισμένη σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους των οποίων το συμφέρον εξυπηρετούνταν εξίσου από τη σχέση τους και από τα γνήσια αισθήματα τρυφερότητας που είχαν ο ένας για τον άλλο. Η ιστορία έχει πολύ αυθεντικό συναίσθημα μέσα της».

«Εκείνον τον καιρό, οι γυναίκες που είχαν τα μέσα ασχολούνταν με δωρεές. Η Florence ήταν μεγάλη χορηγός των τεχνών στη Νέα Υόρκη και έτσι ανελίχθηκε κοινωνικά. Κράτησε τη μουσική ζωή της πόλης ζωντανή και σκόρπαγε χρήματα που είχε κληρονομήσει από τον σύζυγο και τον πατέρα της».

Περισσότερο από φιλάνθρωπος, όμως, η Jenkins ήταν μια γυναίκα που ήθελε να εκπληρώσει το αληθινό της πάθος. «Η Florence ήταν ένας άνθρωπος που έχει κάτι που έχουμε όλοι όταν είμαστε παιδιά, που δεν μπορείς να κάνεις κάτι καλά, αλλά χάνεσαι στη φαντασίωση ότι μπορείς να το κάνεις και χαίρεσαι» λέει η Streep. «Είναι ο γνήσιος όρος αυτού που λέμε ερασιτέχνης. Τραγουδούσε μόνο για τους φίλους της και κάποιο τυχαίο κοινό. Η μόνη εξαίρεση ήταν η συναυλία του Carnegie Hall. Δεν μπορούσε να τραγουδήσει καλά, αλλά της άρεσε η μουσική και αυτή η χαρά υπάρχει στο σενάριο».

Από τη στιγμή που η Meryl Streep δεσμεύτηκε με τον Frears, ακολούθησε ο Hugh Grant. «Του είπα ότι βρήκα κάτι που θα του άρεσε πολύ και μέσα σε τρεις μέρες είπε ναι» μας λέει. «Πίστευα πάντα ότι είναι πολύ, πολύ καλός ηθοποιός και φοβερός κωμικός και μου αρέσουν οι άνθρωποι που μπορούν να παίξουν ελαφριά κωμωδία».

«Είχα αμυδρά υπόψη μου τη Florence Foster Jenkins» λέει ο Grant. «Θυμάμαι ότι πριν χρόνια ο ξάδελφος μου μού έστειλε μια κασέτα με τη χειρότερη τραγουδίστρια στον κόσμο και το βρήκα ό,τι πιο χαριτωμένο. Όταν διάβασα το σενάριο το βρήκα πανέξυπνο, γνήσια αστείο και συγκινητικό. Η Meryl Streep ήταν ήδη στο cast, οπότε έπρεπε να το κάνω».

Ο Grant υποδύεται τον σύντροφο και τον μάνατζερ της Florence. «Ο Bayfield ήταν ένας ατζέντης με καταπληκτική αίσθηση του παράλογου» λέει ο Frears. «Ζούσαν σε μια φούσκα οι δυο τους και ο Bayfield ήταν πολύ τρυφερός μαζί της - η φούσκα δεν έπρεπε να σκάσει ποτέ». «Ήμουν απίστευτα συνεπαρμένος από τον Bayfield» λέει ο Grant. «Μου άρεσε που τον υποδύθηκα, πράγμα που δεν ισχύει πάντα με του χαρακτήρες που έχω ενσαρκώσει. Στην πραγματική ζωή και στο σινεμά, ο Bayfield είναι ο νόθος κληρονόμος ενός Earl, και μάλλον αποτυχημένος. Γύρισε τον κόσμο ως αποτυχημένος ηθοποιός και κατέληξε στη Νέα Υόρκη άφραγκος. Και μετά συνάντησε τη Florence, μια κληρονόμο που ήταν σπόνσορας στη μουσική ζωή της Νέας Υόρκης και κόλλησαν. Νομίζω ότι έπαιξε δυνατά το χαρτί του αριστοκράτη κα του μποέμ ηθοποιού και εκείνη το έχαψε, αλλά και εκείνος γοητεύτηκε από τη Florence και ενώ δεν παντρεύτηκαν ποτέ, ήταν ζευγάρι για 30 με 40 χρόνια» συνεχίζει ο Grant. «Είναι ένας άντρας που φουσκώνει από τη λανθασμένη αυτοπεποίθηση που προκύπτει από τη θέση, τον πλούτο και τη φήμη της Florence, είναι ένας αχυράνθρωπος, και αυτό το βρίσκω διασκεδαστικό. Αλλά είναι ολοφάνερο ποιος φοράει τα παντελόνια στη σχέση. Η Florence τον 
χρειάζεται όταν έχει παράσταση, αλλά στο τέλος αυτή έχει τα λεφτά. Την προστατεύει και τη στηρίζει όσο έχει παραστάσεις, που όχι μόνο είναι κακές αλλά και γελοίες. Το κλειδί ήταν το κοινό να αποτελείται μόνο από ανθρώπους που θα την αγαπούσαν και θα την αποδέχονταν, ανθρώπους που προέρχονται από τον μουσικό της κύκλο και όχι το ευρύ κοινό. Έτσι, ποτέ δεν μαθαίνει στα αλήθεια πόσο κακή είναι».

Το αντίπαλο δέος
Το να παίζεις απέναντι στη Streep είναι σύμφωνα με τον Grant «φοβερά τρομαχτικό. Όχι μόνο είναι μια σταρ, αλλά ίσως και η μεγαλύτερη κινηματογραφική ηθοποιός στην ιστορία. Οπότε έχει μια ιδιαίτερη αύρα. Είναι απίστευτο να την παρακολουθείς, αισθάνεσαι ότι βλέπεις τον Leonardo da Vinci να σχεδιάζει. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που δεν μπορεί να κάνει και αυτό μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση είναι ότι κάνει εντελώς διαφορετικά πράγματα. Συνεχώς επινοεί τον εαυτό της. Σκέτος τρόμος», γελάει ο Grant. «Φοβόμουν και τον Stephen, αφού δημιουργεί κλασάτες βραβευμένες ταινίες, που δεν είναι ακριβώς η…περίπτωσή μου! Χρειάστηκε να υποδυθώ κάτι με σοβαρότητα και όλο αυτό ήταν μια πρόκληση. Κατέληξα να προετοιμάζομαι έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι να είναι διαθέσιμη η Meryl και αυτό είναι το μεγαλύτερο διάστημα που έχω προετοιμαστεί για ταινία».

Ο τρίτος χαρακτήρας στο μοναδικό αυτό μείγμα είναι ο Cosme McMoon, ο ακομπανιατέρ της Florence - τον υποδύεται ο Simon Helberg, γνωστός και αγαπητός από την τηλεοπτική σειρά The Bing Bang Theory. «Από πολύ νωρίς ο συνθέτης της μουσικής της ταινίας, Alexandre Desplat, μου είχε επισημάνει ότι δεν πρέπει να έχω ηθοποιό που δεν ξέρει πιάνο» λέει ο σκηνοθέτης. «Όταν γνώρισα τον Simon Helberg κατάλαβα αμέσως πόσο αστείος και πανέξυπνος είναι. Συνάντησε τη Meryl και τον συμπάθησε και 
εκείνη αμέσως. Νιώθεις τη ζεστασιά και την τρυφερότητα ανάμεσα τους».

«Όταν διάβασα το σενάριο ένιωσα μια γκάμα συναισθημάτων. Γέλασα υστερικά, έκλαψα, το βρήκα πολύ βαθύ. Έχει να κάνει με την αγάπη για τη μουσική, αλλά και την αγάπη για τη ζωή και πώς η δική μας αντίληψη για τη ζωή επικρατεί τελικά όσο λάθος και να είναι. Η Florence είναι αγνή, δεν είναι κυνική, είναι ονειροπόλα, ζει για τη μουσική. Η Meryl, από την άλλη, είναι ένας από τους πιο γοητευτικούς ανθρώπους που υπάρχουν» σχολιάζει ο Helberg. Η Streep ανταποδίδει τη φιλοφρόνηση: «Δεν ήξερα πολλά για αυτόν αλλά κολλήσαμε από την αρχή. Είναι τόσο αστείος και έξυπνος. Η ταινία ζωντανεύει όταν εμφανίζεται ο Simon», λέει. «Ήμασταν πολύ τυχεροί που τον είχαμε, είναι απίθανος κωμικός και μάλιστα ξέρει να παίζει δύσκολα κομμάτια στο πιάνο. Ο Stephen είχε δίκιο που ήθελε έναν ολοκληρωμένο πιανίστα. Είχε την πιο δύσκολη δουλειά από όλους μας, καθώς έπρεπε να παίζει δύσκολα κομμάτια και την ίδια στιγμή να αντιδρά σε ό,τι συνέβαινε. Είναι πανέξυπνος. Είναι τόσο ζωντανός και παίζει άψογα. Δεν έκανε ούτε ένα λάθος, πράγμα εκπληκτικό».

Ο Hugh Grant προσθέτει: «Ο Simon ήταν το πιο ευφυές κομμάτι του cast. Ήταν τέλειος για τον ρόλο και επιπλέον είναι πιανίστας για συναυλίες. Ελπίζω οι άνθρωποι να εκτιμήσουν ότι είναι τα δικά του χέρια που παίζουν το πιάνο». Ο Helberg ήταν ενθουσιασμένος από την εκκεντρικότητα όλων των χαρακτήρων της ταινίας, ειδικά του McMoon. «Είναι σαν τα παράξενα λουλουδάκια που ανθίζουν όταν η Florence μπαίνει στη ζωή τους. Αναδεικνύει όλα τα καλά τους. Είναι καλός πιανίστας, αλλά ίσως δεν είναι έτοιμος να παίξει σε κονσέρτο. Ανακαλύπτει ότι μπήκε στη ζώνη του λυκόφωτος και δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει. Μοιράζεται την αγάπη του για τη μουσική με τη Florence και δεν είναι καθόλου επικριτικός, είναι και οι δύο αγνοί. Έχει πλάκα να τον βλέπεις να στριφογυρίζει και να προσπαθεί να παίξει στη συναυλία….».

Τσαλάκωμα
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, η Meryl Streep έπρεπε να μάθει να τραγουδάει χάλια. Η Streep έχει κάνει μαθήματα φωνητικής και ο Stephen Frears λέει ότι για να μάθεις να τραγουδάς χάλια πρέπει πρώτα να έχεις μάθει να τραγουδάς καλά. Φυσικά η πρόκληση αυτή άρεσε στην πρωταγωνίστρια. «Πίστεψα ότι θα ήταν εύκολο, καθώς δεν τραγουδάω άψογα, αλλά τελικά ήταν ακόμα πιο δύσκολο» σχολιάζει η Streep. «Πρώτα από όλα η Florence επέλεγε τις πιο δύσκολες άριες. Τραγουδάει το The Queen of the Night από τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Είναι διασκεδαστικό γιατί φτάνει πολύ κοντά -η φωνή της ήταν μέτρια στην πραγματικότητα- και μετά αρχίζει τις τρέλες και όλο το πράγμα γίνεται ξεκαρδιστικό. Μου έκανε εντύπωση που σχεδόν τα κατάφερνε, αλλά στο μυαλό της νόμιζε ότι ήταν εξαιρετική και αυτό την έκανε να συνεχίζει». Η Streep έκανε μαθήματα με τον δάσκαλο φωνητικής Arthur Levy, ξεκινώντας να τραγουδάει όσο καλύτερα μπορεί. «Μετά αρχίσαμε να κάνουμε λάθη» λέει η ηθοποιός. «Δεν σκέφτηκα πώς θα τραγουδούσε τις άριες η Florence Foster Jenkins αλλά πώς η δική μου Florence θα τις προσέγγιζε. Θυμάμαι όταν άκουγα τον Irving Berlin να παίζει τη μουσική του και να τραγουδάει και πόσο φάλτσος ήταν. Έτσι κατέληξα ότι ακόμα και οι πιο καταξιωμένοι μουσικοί μπορούν να χάσουν επαφή με την πραγματικότητα». Για τη Streep ήταν η φλόγα της επιθυμίας της Jenkins που την ακούμπησε. «Αυτό που μου σπαράζει την καρδιά και το βρίσκω δραματικά αστείο είναι η φιλοδοξία της. Μπορείς να την ακούσεις να παίρνει την ανάσα, λίγο αργοπορημένα και αφουγκράζεσαι αυτή τη φιλοδοξία, την επιθυμία, την αγάπη για τη μουσική και πόσο κοντεύει να πλησιάσει». Το πιο καταπληκτικό είναι πόσο ίδια ακούγεται η Streep με την πραγματική Florence. «Ήταν πολύ σημαντικό για εκείνη να νιώσουμε την πραγματική Florence μέσα από τη φωνή και ένα απόγευμα έστειλε ένα δείγμα του πώς τραγουδούσε ως Florence και δεν μπορούσα να πιστέψω πώς αιχμαλώτισε όλη την τραγωδία και τη γελοιότητα της Florence – τότε κατάλαβα ότι η ταινία θα είναι σπουδαία», λέει o Nicholas Martin. «Παρ’ όλα τα μαθήματα η Florence είχε φριχτή τεχνική και κάνει ό,τι όλοι οι απαίσιοι τραγουδιστές, δηλαδή πιέζει τη φωνή της» λέει ο Martin. «Καμία φορά χτύπαγε κάποια σωστή ψηλή νότα, οπότε έχουμε ένα μείγμα από καλό τραγούδι και εντελώς απαίσιο μαζί. Τραγουδούσε ρωσικά, γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά, ενώ δεν είχε την κατάλληλη προφορά, οπότε τα σκότωνε όλα με απόλυτη αυτοπεποίθηση και γνησιότητα». «Ήξερα ότι η Meryl θα ήταν καταπληκτική, καθώς δεν έχει κάνει ποτέ κάτι λιγότερο από αυτό, αλλά σκέφτηκε πόσο δύσκολο θα ήταν να αναπαράγει το κακό τραγούδισμα, που δεν είναι απλώς κακό αλλά αστεία κακό» σχολιάζει ο Grant. «Αυτό που κάνει την αληθινή Florence αστεία είναι ότι εννοούσε κάθε λέξη. Την πρώτη φορά που άκουσα τη Meryl να το κάνει, ήταν στην ανάγνωση του σεναρίου και μου φάνηκε ιδιοφυές. Τα έδινε όλα, το πίστευε, το λάτρευε, αλλά ήταν απίστευτα φρικτή». Για τον Simon Helberg ο ρόλος του ακομπανιατέρ είχε πολύπλοκες σκηνές που συνδύαζαν την υποκριτική με το πιάνο. «Η Florence δεν έχει αίσθηση του ρυθμού, οπότε η Meryl επίτηδες έκανε λάθη και εγώ την ακολουθούσα. Ήταν σαν αναρρίχηση σε ποδήλατο με δύο θέσεις. Η δουλειά της ήταν τρελά δύσκολη».

Ο Μαέστρος
Η διαδικασία βέβαια ήταν πιο εύκολη για τους ηθοποιούς καθώς στην καρέκλα του σκηνοθέτη βρισκόταν ο Stephen Frears. «O Stephen αφήνει πολλά περιθώρια» λέει η Streep. «Αλλά αν δεν του άρεσε κάτι, σου ζητούσε να το κάνεις ξανά, χωρίς να σου λέει πώς. Έχει την αυτοπεποίθηση όλων των μεγάλων σκηνοθετών με τους οποίους έχω συνεργαστεί, οπότε δεν ασχολούνται με το αν έχουν πάρει τη σωστή απόφαση, απλώς ξέρουν όταν τη δουν. Αυτή η αυτοπεποίθηση δίνει στους ηθοποιούς σιγουριά για να δώσουν το είναι τους και να εκτεθούν συναισθηματικά, γιατί εμπιστεύονται ότι είναι εκεί και ότι έχει πολύ καλή ματιά». Η παραπλανητικά χαλαρή στάση του Frears έκανε εντύπωση σε όλο το cast. «Ο Stephen είναι εκπληκτικά μετριοπαθής για σκηνοθέτης, και αυτό είναι καλό» σχολιάζει ο Hugh Grant. «Δεν θέλει να μιλήσει για την ιστορία ή τα κίνητρα. Σε αφήνει να το πας μόνος σου». Για τον Simon Helberg ο ρυθμός δουλειάς του Frears ήταν εντυπωσιακός. «Ο Stephen δουλεύει απίστευτα γρήγορα, οπότε η ταινία είναι σαν ζωντανός οργανισμός!» λέει ο ηθοποιός. «Στην αρχή είναι τρομαχτικό αλλά το κάνει να έχει πλάκα και ζωντάνια. Ο Stephen είναι απόλυτα συνεργάσιμος, αλλά και εντελώς οραματιστής, δεν έχει καμία αμφιβολία για το τι πρέπει να κάνει, αλλά μερικές φορές θα σε ρωτήσει τι πιστεύεις για μια σκηνή. Πραγματικά καταλαβαίνει τι σημαίνει να είσαι μαέστρος, δεν παίζει, είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή. Είναι η ισορροπία ανάμεσα στο να είσαι σοβαρός για τη δουλειά σου, αλλά να μην την παίρνεις υπερβολικά στα σοβαρά». 

Η σοπράνο
Η Florence Foster Jenkins γεννήθηκε στην Πενσιλβάνια το 1868. Ήταν παιδί θαύμα στο πιάνο και οι μουσικές φιλοδοξίες της είχαν για εμπόδιο την άρνηση του πλούσιου πατέρα της να πληρώσει για τις σπουδές της στο εξωτερικό. Έφυγε από το σπίτι της και εργάστηκε ως δασκάλα πιάνου - κατέληξε στη Νέα Υόρκη το 1900, όπου και αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια. Το 1909 δύο γεγονότα τη βοήθησαν να πραγματοποιήσει το όνειρο της. Πέθανε ο πατέρας της, αφήνοντας της μια σημαντική περιουσία. Και στη συνέχεια γνώρισε τον St. Clair Bayfield, έναν αποτυχημένο ηθοποιό και νόθο γιο ενός Άγγλου αριστοκράτη. Η Florence άρχισε μαθήματα τραγουδιού και εισχώρησε στο μουσικό κύκλωμα της Νέας Υόρκης. Ίδρυσε τη δική της λέσχη, το The Verdi Club, ενώ έγινε μέλος σε λογοτεχνικές και ιστορικές λέσχες. Επίσης έκανε παραγωγή και πρωταγωνιστούσε σε tableaux vivants για μικρό και επίλεκτο κοινό. Πολύ σύντομα έδινε παραστάσεις με άριες του Verdi, Mozart και Johann Strauss με τη συνοδεία του πιανίστα Cosme McMoon. Παρ’ όλο ή κυρίως εξαιτίας, της έλλειψης μουσικού ταλέντου, είχε προσελκύσει ενθουσιώδες κοινό που την ακολουθούσε και η φήμη της απλώθηκε πέρα από τα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας της πόλης. Ο θρίαμβος της ήταν η παράσταση στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης στις 25 Οκτωβρίου του 1944. Ξεπούλησε μέσα σε μόνο δύο ώρες και το εκστατικό κοινό συμπεριλάμβανε διάσημους όπως τον τραγουδοποιό Cole Porter, τον συνθέτη Gian Carlo Menotti και τη σοπράνο Lily Pons. Η Florence πέθανε μερικούς μήνες μετά στην ηλικία των 76 ετών. 

Fun facts
Ένα από τα πιο περιζήτητα προγράμματα του αρχείου του Carnegie Hall ήταν από τη συναυλία που έδωσε η Florence Foster Jenkins. Οι δίσκοι που κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική Melotone έχουν κάνει τις περισσότερες πωλήσεις από το ρεπερτόριο της εταιρείας. Ένας από τους 25 αγαπημένους δίσκους βινυλίου του David Bowie ήταν το The Glory of the Human Voice της Florence Foster Jenkins. Μετά τον θάνατο της, ο ακομπανιατέρ της, Cosme McMoon, ασχολήθηκε με το bodybuilding και έγινε κριτής σε αγώνες μέχρι που πέθανε το 1980. Ο St. Clair Bayfield υποστήριξε τη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης και έζησε ταπεινά μέχρι τον θάνατο του το 1967.











Συμμετέχουν
Rebecca Ferguson
Kathleen
Μέριλ Στριπ
Florence Foster Jenkins
Χιου Γκραντ
St Clair Bayfield
Σάιμον Χέλμπεργκ
Cosme McMoon
Neve Gachev
Friend of Florence
Nina Arianda
Agnes Stark
John Kavanagh
Arturo Toscanini
Μαρκ Άρνολντ
Cole Porter
Josh O'Connor
Donaghy
David Haig
Carlo Edwards
iShow.gr - Ο κόσμος της Showbiz