
Επιστροφή του Nicolas Winding Refn στον κινηματογράφο μετά από 10 χρόνια. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το The Neon Demon (2016), αφού στο μεταξύ ασχολήθηκε κυρίως με τις σειρές Too Old to Die Young και Copenhagen Cowboy.
Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από μια εμπειρία κοντά στον θάνατο. Ο Refn αποκάλυψε ότι συνέλαβε την ταινία μετά από σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια και επέμβαση που του έσωσε τη ζωή, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η ιδέα ήρθε όταν «πέθανε και επέστρεψε στη ζωή».
Η παραγωγή βασίστηκε εν μέρει στον αυτοσχεδιασμό. Η Sophie Thatcher και η Kristine Froseth ανέφεραν ότι τα γυρίσματα έμοιαζαν περισσότερο με performance-art παρά με συμβατική κινηματογραφική παραγωγή, με τον Refn να ενθαρρύνει τους ηθοποιούς να πειραματίζονται.
Τα γυρίσματα μοιράστηκαν ανάμεσα στο Τόκυο και σε στούντιο της Κοπεγχάγης.
Δεν πρόκειται για ριμέικ του ομότιτλου βρετανικού exploitation φιλμ του 1968 από τον Norman J. Warren, αλλά φόρος τιμής σε αυτό.Στην εκτός συναγωνισμού πρεμιέρα του φεστιβάλ Καννών, η προβολή ολοκληρώθηκε με περίπου 12 λεπτά όρθιου χειροκροτήματος. Παρ’ όλα αυτά, οι κριτικές ήταν ως μέσος όρος αποκαρδιωτικές.
Ο Pino Donaggio επέστρεψε στον χώρο του τρόμου. Ο ιταλός συνθέτης έγινε γνωστός μέσα από τις συνεργασίες του με τους Brian De Palma και Dario Argento, με την επιλογή του να ενισχύει τις giallo επιρροές της ταινίας.