
Επιστρέφει στα Κύθηρα, για να είναι κοντά στην άρρωστη μητέρα του και διαπιστώνει, αυτό που ήξερε και φοβόταν. «Κακός είναι ο κόσμος κι άδικος», «φωτιά να τους κάψει όλους» θέλει. Η μοίρα του είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τον πόνο, που θα οπλίσει το χέρι του, νομίζοντας πως έτσι θα «διορθώσει το κακό».
Στον Πειραιά, ο Καστελάνης μετά τη φυλακή, βιοπορίζεται ως λυράρης και ξοδεύει τη ζωή και τα χρήματά του σε εφήμερες απολαύσεις. Πίσω στα Κύθηρα, ο νεαρός γιατρός που έχει πάει στο νησί, ζητά το χέρι της Άννας από τον πατέρα της. Η μητέρα του Αντώνη, άρρωστη και αδύναμη, του γράφει να γυρίσει κι εκείνος επιστρέφει, για να είναι στο πλευρό της. Η Άννα θα τρέξει να τον βρει, για να του πει πως τίποτα δεν άλλαξε και να του προτείνει ξανά, να φύγουν μαζί. «Ο Αντώνης που ήξερες, δεν υπάρχει πια» είναι η απάντηση που θα λάβει από τον Καστελάνη που νιώθει, πως δεν έχει πια τίποτα άλλο να χάσει. Ώσπου η μοίρα τον χτυπάει ξανά, με τον θάνατο της μάνας του…
