Αναζήτηση:

Όλοι θέλουν λίγη αγάπη

 

(Nowhere boy)

  2010
Βαθμολογήστε το

Υπόθεση

Ο νεαρός Τζον, μοναχικός και οξυδερκής, μεγαλώνει στην πόλη του Λίβερπουλ. Δύο ιδιαίτερες γυναίκες συγκρούονται για την αγάπη του: η Μίμι, η θεία του που τον μεγάλωσε, και η Τζούλια, η μητέρα του που τον έδωσε για υιοθεσία. Νοσταλγώντας μια φυσιολογική οικογένεια, ο Τζον στρέφει την προσοχή του στη μουσική και γνωρίζει τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ. Καθώς όμως η νέα ζωή του Τζον ξεκινά, η αλήθεια για το παρελθόν του οδηγεί σε μια αναπόφευκτη τραγωδία.

Περισσότερες Πληροφορίες

Ο Σαμ Τέιλορ Γουντ (υποψήφιος για Χρυσό Φοίνικα με την μικρού μήκους ταινία του "Love You More" το 2008) συγκέντρωσε μια ομάδα από τα μεγαλύτερα ταλέντα της Βρετανίας και μας παρουσιάζει την ιστορία του νεαρού Τζον Λένον, του ανθρώπου που δημιούργησε το θρυλικό συγκρότημα των Beatles.

Η Σκηνοθέτιδα

Η Σαμ Τέιλορ-Γουντ γεννήθηκε το 1967 στο Λονδίνο, αποφοίτησε από το Goldsmiths College και αποτελεί μέλος του κινήματος των Νεαρών Βρετανών Καλλιτεχνών. Έχει στο βιογραφικό της πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις παγκοσμίως, κέρδισε το 1997 το βραβείο Most Promising Young Artist στην Biennale Βενετίας, ενώ το 1998 ήταν υποψήφια για το The Turner Prize. Οι ατομικές εκθέσεις της περιλαμβάνουν το Hirshhorn Museum and Sculpture Garden στην Ουάσινγκτον, Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofia στη Μαδρίτη, Hayward Gallery στο Λονδίνο, MCA στην Μόσχα και Contemporary Art Museum στο Χιούστον.

Το 2008, η Τέιλορ-Γουντ σκηνοθέτησε την πρώτη της αφηγηματική ταινία μικρού μήκους, με τίτλο “Love You More”, σε σενάριο του Πάτρικ Μάρμπερ και παραγωγή του Άντονι Μινγκέλα. Η ταινία διαγωνίστηκε για τον Χρυσό Φοίνικα στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Κανών και προτάθηκε για BAFTA το 2009. Η ταινία “Όλοι Θέλουν Λίγη Αγάπη” είναι η πρώτη της ταινίας μεγάλου μήκους.

Οι Ηθοποιοί

Ο Άαρον Τζόνσον γεννήθηκε το 1990 στην Αγγλία και αποφοίτησε από το αναγνωρισμένου κύρους Jackie Palmer Stage School. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, έχει ήδη χτίσει τις βάσεις για μια πολλά υποσχόμενη καριέρα, έχοντας συμμετάσχει σε ταινίες όπως “Shanghai Knights”, “The Thief Lord”, “Ο Μάγος Άιζενχαϊμ”, “Dummy” και “Έρωτες Εφηβείας Μετά Βίας”, καθώς και στις δημοφιλείς Βρετανικές τηλεοπτικές σειρές “Feather Boy”, “Family Boy”, “Nearly Famous” και “Talk To Me”.

Προσεχώς θα τον δούμε στην ταινία “The Greatest”, δίπλα στους Πιρς Μπρόσναν, Σούζαν Σαράντον και Κάρεϊ Μάλιγκαν, καθώς και στην ταινία “Kick-Ass” του Μάθιου Βον. Ο Τζόνσον είναι αρραβωνιασμένος με την Σαμ Τέιλορ Γουντ και περιμένουν το πρώτο τους παιδί.

Η Κρίστιν Σκοτ Τόμας γεννήθηκε το 1960 στην Κορνουάλη, έζησε τα πρώτα της χρόνια στην Αγγλία και πολύ σύντομα μετακόμισε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε ως au pair. Ξεκίνησε την καριέρα της με τη γαλλική και τη βρετανική τηλεόραση, ενώ ανέλαβε τον πρώτο της σημαντικό κινηματογραφικό ρόλο στην ταινία “Τα Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα” του Ρόμαν Πολάνσκι. Ακολούθησε η παγκόσμια επιτυχία "Τέσσερις γάμοι και μια Κηδεία" που την έκανε διεθνώς γνωστή και για την οποία απέσπασε εξαιρετικές κριτικές. Ο δρόμος για τις μεγάλες παραγωγές του Χόλιγουντ είχε πλέον ανοίξει και η Σκοτ Τόμας εμφανίστηκε στην “Επικίνδυνη Αποστολή” του Μπράιαν Ντε Πάλμα αλλά και στην ταινία “Ο Άγγλος Ασθενής” του Άντονι Μινγκέλα, με την οποία προτάθηκε για Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου.

Το βιογραφικό της περιλαμβάνει επίσης τις ταινίες “Ο Γητευτής των Αλόγων” του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, “Παιχνίδια της Τύχης” του Σίντνεϊ Πόλακ, “Ένα Σπίτι, μια Ζωή”, “Gosford Park” του Ρόμπερτ Άλτμαν, “Η Άλλη Ερωμένη του Βασιλιά”, “I’ve Loved You So Long”, για την οποία κέρδισε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού αλλά και το London Film Critics Award ως Βρετανίδα Ηθοποιός της Χρονιάς, “Ένας Ονειρεμένος Γάμος” και “Ψωνίζω Άρα Υπάρχω”. Έχοντας ζήσει για χρόνια στο Παρίσι και μιλώντας άπταιστα τα γαλλικά, η Σκοτ Τόμας έχει συμμετάσχει και σε διάφορες γαλλικές παραγωγές, όπως “Κατά Λάθος Εραστής” και “Μην το Πεις σε Κανέναν”. Προσεχώς θα την δούμε στην ταινία “Bel Ami”, δίπλα στους Ούμα Θέρμαν, Ρόμπερτ Πάτινσον και Κριστίνα Ρίτσι.


Η Αν Μαρί Νταφ γεννήθηκε το 1970 στο Λονδίνο και έχει σημαντικές στιγμές στο βιογραφικό της από τον τηλεοπτικό, θεατρικό αλλά και κινηματογραφικό χώρο. Βραβεύτηκε με “The Evening Standard Theatre Award”, “The South Bank Award” και “The Critic Circle Award”, ενώ προτάθηκε για βραβείο Ολίβιε με την ερμηνεία της στη θεατρική παράσταση “Saint Joan”. Έχει προταθεί επίσης για βραβείο Ian Charleson για την παράσταση “King Lear” αλλά και για βραβείο Ολίβιε με την παράσταση “Collected Stories”.

Η Μαρί Νταφ έχει μια δυναμική παρουσία και στη βρετανική τηλεόραση, έχοντας προταθεί για BAFTA με τους ρόλους της στις τηλεοπτικές σειρές “Shameless” και “The Virgin Queen”. Έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο το 2001 με την ταινία “Enigma” και ακολούθησαν συμμετοχές σε ταινίες όπως “Οι Κόρες της Ντροπής”, “Ημερολόγιο Ενός Σκανδάλου” και “Is Anybody There?”. Προσεχώς θα την δούμε στην ταινία “The Last Station”, δίπλα στους Τζέιμς ΜακΑβόι και Έλεν Μίρεν.

“Δεν ήμουν αξιαγάπητος, ήμουν πάντα ο Λένον”

Για την Ecosse Films, η ιδέα ενός project με επίκεντρο τον Τζον Λένον ήταν στα σκαριά εδώ και καιρό, αλλά τελικά η συλλογή λεπτομερειών και πληροφοριών από βιβλία, άρθρα και δηλώσεις του Λένον, ήταν αυτή που έδειξε στους παραγωγούς τις δυνατότητες για μια εξαιρετική ιστορία, ειδικά μια ιστορία την οποία δεν είχε διηγηθεί ποτέ πριν ταινία γύρω από τους Beatles και τον Λένον. Το “Nowhere Boy” γεννήθηκε και άρχισαν να χτίζονται οι βάσεις της ιστορίας. Η ιστορία δε θα αφορούσε τη γνωστή εποχή του Λένον από τους Beatles και μετά, αλλά τα εφηβικά του χρόνια στο Λίβερπουλ και, ιδιαίτερα, τη σχέση του με δύο εξαιρετικά ισχυρές γυναίκες, που διαμόρφωσαν το είδωλο που θα γινόταν ο Λένον.

Πολλά στοιχεία της ταινίας προέρχονται από δηλώσεις του Λένον γύρω από την παιδική του ηλικία, τις γυναίκες που τον μεγάλωσαν και την αρχή της μουσικής του οδύσσειας. Δηλώσεις όπως:

“Συνήθιζα να λέω στην θεία μου, “Μου πετάς τη γαμημένη ποίησή μου και μια μέρα θα το μετανιώσεις, όταν θα είμαι διάσημος” κι εκείνη πετούσε τα πράγματά μου. Δεν την συγχώρησα ποτέ που δεν με αντιμετώπιζε ως μια γαμημένη ιδιοφυία, ή ότι ήμουν όταν ήμουν παιδί.”

“Οι δάσκαλοι σε βασανίζουν και σε φοβίζουν για είκοσι περίπου χρόνια… και μετά περιμένουν από εσένα να ξεκινήσεις καριέρα.”

Το επόμενο βήμα ήταν να βρεθεί κάποιος που θα αναλάβει το δύσκολο έργο του να βάλει στην κυριολεξία τις λέξεις στο στόμα του Τζον Λένον. Για το θέμα αυτό, η Ecosse προσέγγισε έναν από τους πιο ταλαντούχους σεναριογράφους στην Αγγλία, τον Ματ Γκρίνχαλγκ, ο οποίος έγραψε το βραβευμένο “Control”. “Σκεφτόμασταν πολύ καιρό ποιος σεναριογράφος θα ήταν ο κατάλληλος” θυμάται ο παραγωγός Ρόμπερτ Μπέρνσταϊν, “και είχαμε δει το “Control”, οπότε θεωρήσαμε πως ο Ματ κατανοεί τις προσωπικότητες στον μουσικό χώρο, ενώ έχει μια εμπάθεια προς το παρελθόν και την ιστορία του Λένον.”

Για τον Γκρίνχαλγκ, ο οποίος κέρδισε το BAFTA για τη βιογραφία των Joy Division, ήταν ένα project που δεν μπορούσε να αρνηθεί. “Η Ecosse επικοινώνησε μαζί μου μετά το “Control” και με ρώτησε πως μου φαινόταν η ιστορία αυτή. Μου κέρδισε αμέσως το ενδιαφέρον και είπα απλά ναι. Δεν θα ήθελες να αφήσεις την ευκαιρία να κάνεις κάτι για τον Τζον Λένον. Αναφέρεις απλά το όνομα και διάφορες εικόνες εμφανίζονται στο μυαλό σου. Με ιντρίγκαρε περισσότερο το ότι θα λέγαμε μια ιστορία για τον Τζον Λένον που δεν έχει παρουσιαστεί ή καταγραφεί ποτέ πριν, για την παιδική του ηλικία.” Βοήθησε πολύ τον Γκρίνχαλγκ η επίσκεψη σε διάφορα μέρη-ορόσημα στη ζωή του Λένον, τα οποία αποτέλεσαν έμπνευση για το σενάριο.

Κάποια Θέλει Λίγη Αγάπη

Οι παραγωγοί είχαν τις λέξεις τους, οπότε η επόμενη δουλειά ήταν να βρουν ένα σκηνοθέτη που θα έφερνε τον νεαρό Λένον στην μεγάλη οθόνη. Η Ecosse δε γνώριζε πως αποτελούσε τον στόχο ενός πυραύλου με το όνομα Σαμ Τέιλορ Γουντ, η οποία είχε ανακαλύψει το σενάριο και ήταν αποφασισμένη να αναλάβει το project. Μετά την επιτυχία του “Love You More”, το οποίο ήταν υποψήφιο για Χρυσό Φοίνικα, η Σαμ Τέιλορ Γουντ είχε πειστεί από τον φίλο και παραγωγό της, Άντονι Μινγκέλα, να προχωρήσει στο επόμενο βήμα με μια ταινία μεγάλου μήκους.

“Ο Άντονι Μινγκέλα με ενέπνευσε στο να κάνω το τεράστιο βήμα από τη δημιουργία ταινιών για εκθέσεις τέχνης στη δημιουργία κινηματογραφικών ταινιών” αναφέρει η σκηνοθέτιδα. “Το ενδιαφέρον του για την τέχνη μου ήταν η εκκίνηση και μετά συνεργαστήκαμε στην ταινία μικρού μήκους “Love You More”, οπότε με ενθάρρυνε πολύ. Με ρώτησε αν αυτό ήταν που ήθελα πραγματικά να κάνω και του είπα πως ναι, μου έδωσε αυτοπεποίθηση διότι πίστευε πραγματικά πως μπορούσα να το κάνω και μου το έλεγε, κάτι που ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν. Η ταινία αυτή με άγγιξε σε πολλά επίπεδα. Ένιωθα πως μπορούσα να κατανοήσω από πού προέρχεται ο Λένον, εξαιτίας του δημιουργικού του μυαλού, και υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν κι εγώ πως ίσως να τρελαίνομαι διότι το μυαλό μου δεν σταματά ποτέ! Νομίζω πως και οι δυο μας είχαμε πολυτάραχο παρελθόν, οπότε υπήρχαν αρκετές ομοιότητες και πολλά στοιχεία στην ιστορία με τα οποία ταυτιζόμουν.”


Ψάχνοντας τον Λένον

Το επόμενο βήμα και ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η εύρεση του νεαρού Λένον. Δεν ήταν κάτι εύκολο, ή μάλλον έτσι νόμιζαν. “Η Νίνα Γκολντ, η υπεύθυνη του casting, έριξε ένα πολύ μεγάλο δίχτυ,” εξηγεί ο παραγωγός Κέβιν Λόουντερ, “και, μέσα από αυτή τη διαδικασία, έρχεσαι αντιμέτωπος με την απόφαση του να ακολουθήσεις το δρόμο της αναζήτησης κάποιου που να μπορεί να τραγουδήσει και να παίζει κιθάρα, ελπίζοντας πως θα έχει κάποιο υποκριτικό ταλέντο, ή κάποιου ηθοποιού, ελπίζοντας πως θα μπορεί να μάθει γρήγορα.” Ένας από τους ηθοποιούς αυτούς ήταν ο Άαρον Τζόνσον, κάποιος που – αν και δεν είχε μουσική παιδεία – είχε τον σωστό συνδυασμό εμφάνισης και χαρίσματος που έψαχναν.

Ο Κέβιν θυμάται την στιγμή που κατάλαβαν πως είχαν βρει τον πρωταγωνιστή τους. “Σκεφτόμουν πως ο Άαρον έμοιαζε ανατριχιαστικά με τον Τζον Λένον. Τον είχα δει στην ταινία “Έρωτες Εφηβείας Μετά Βίας” οπότε ήξερα πως είναι ένα όμορφο αγόρι, αλλά δεν είχα παρατηρήσει το πόσο μοιάζει με τον Λένον φυσιογνωμικά. Κατάφερε επίσης να βρει γρήγορα το σωστό τουπέ, από τη διαδικασία της ακρόασης κιόλας. Για μένα ήταν αμέσως εμφανές πως αυτός ήταν ο καλύτερος υποψήφιος.” Χρειάστηκε να τον ξαναδούν δυο-τρεις φορές πριν καταλήξουν σε αυτόν αλλά, όπως και ο Κέβιν, η Τέιλορ Γουντ ήταν σίγουρη πως είχαν βρει τον Τζον.

“Είχα μια απόλυτα ξεκάθαρη ιδέα για το πώς θα ήταν ο πρωταγωνιστής και ήξερα πως θα ήταν ο Άαρον από την στιγμή που μπήκε στο δωμάτιο” θυμάται η Τέιλορ Γουντ. “Αν και τον είδα από τους πρώτους, οπότε έπρεπε να δω ακόμα εκατό ακόμα άτομα και να βεβαιωθώ πως ικανοποιώ τα κριτήρια όλων, όταν γνώρισα τον Άαρον ήξερα με σιγουριά πως θα ήταν αυτός.”

Ο Άαρον θυμάται την μέρα εκείνη πολύ καθαρά, αλλά δεν είχε την ίδια σιγουριά πως ήταν αυτός που ζητούσαν. “Γύριζα το “Kick-Ass” την περίοδο εκείνη, για το οποίο μιλούσα με Αμερικάνικη προφορά, αλλά στα διαλείμματα παρακολουθούσα βίντεο του Τζον Λένον και προσπαθούσα να αντιληφθώ την προφορά του. Ήμουν απίστευτα νευρικός και κόμπιαζα αρκετά, αλλά θυμόμουν μια συγκεκριμένη ατάκα του Τζον Λένον σε μια συνέντευξη και την επαναλάμβανα φωναχτά. Πρέπει να νόμιζαν πως ήμουν τελείως τρομοκρατημένος διότι κοιτούσα κάτω, προσπαθούσα να πω σωστά την ατάκα, διατηρώντας την προφορά και το ύφος του, αλλά φαινόταν σαν να μιλάω στον εαυτό μου! Ξέχασα αμέσως το όλο θέμα αλλά μετά με πήραν τηλέφωνο και μου προσέφεραν το ρόλο.”

Οι Γυναίκες Πίσω από τον Λένον

Το κλειδί για τους παραγωγούς και την Τέιλορ Γουντ, έχοντας βρει τον Τζον, ήταν να βρουν τις γυναίκες για τους ρόλους της Τζούλια και της Μίμι – τις γυναίκες που διαμόρφωσαν τον Λένον, που θα γνώριζε και θα αγαπούσε ο κόσμος.

Η Αν Μαρί Νταφ ήθελε απελπισμένα τον ρόλο της Τζούλια. “Σκεφτόμουν πως το σενάριο δεν μοιάζει με τίποτα που να έχω διαβάσει και ήθελα απελπισμένα να το κάνω. Είχα την ψυχολογία που έχεις όταν ξεκινάς να παίζεις και να πηγαίνεις σε ακροάσεις, όπου λες από μέσα σου “ας πάρω σε παρακαλώ αυτή τη δουλειά”. Συνάντησα την Σαμ, πέρασα από ακρόαση και μετά περίμενα…και περίμενα, με κομμένη την ανάσα. Δεν λάτρευα απλά το σενάριο αλλά και την Τζούλια. Ξεπερνά πολλές φορές τα όρια αλλά στην πραγματικότητα είναι καλή ψυχή και μπορούσα να δω μέσα της από την πρώτη στιγμή που διάβασα το σενάριο. Όποια άλλη διάβασε για το ρόλο της Τζούλια, πιθανώς να ένιωσε το ίδιο.”

Η Αν Μαρί τα έδωσε όλα στο να γίνει η Τζούλια” λέει η Τέιλορ Γουντ, “και κατάλαβε πραγματικά τη λεπτή πολυπλοκότητα του χαρακτήρα χωρίς να το παρατραβάει. Η Τζούλια, από ότι έχω καταλάβει και από αυτά που έχω διαβάσει, ήταν παρεξηγημένη στην εποχή που ζούσε. Αν ζούσε στην σημερινή εποχή, νομίζω πως θα ήταν φίλη μου. Ήταν μια ανέμελη λάτρης του ροκ&ρολ και όλων των διασκεδαστικών και έξαλλων πραγμάτων. Νομίζω πως στην εποχή εκείνη ήταν πολύ δύσκολο για την Τζούλια να ζήσει όπως ήθελε. Νομίζω επίσης πως το περιβάλλον της κατέπνιξε το δημιουργικό της μυαλό, οπότε εκείνη το τροφοδότησε στον Τζον.”

Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους συντελεστές της ταινίας, η Κρίστιν Σκοτ Τόμας δεν ήταν φανατική των Beatles πριν αναλάβει το ρόλο της Μίμι. “Δεν με ενδιέφεραν ποτέ ιδιαίτερα οι Beatles ως φαινόμενο, κάτι που ήταν μάλλον λίγο χαζό μιας και είχαν τεράστια επιρροή στον μουσικό χώρο. Μια μέρα είδα ένα ντοκιμαντέρ για τον Τζον Λένον, το “John Lennon in America”, το οποίο μου προκάλεσε ενδιαφέρον για τον άνθρωπο αυτό, και μετά ήρθε η ταινία οπότε υπήρξε καλός συγχρονισμός. Σκέφτηκα πως ήταν μια πραγματικά εξαιρετική ιστορία, μια θαυμάσια ιστορία, και μετά διάβασα μια βιογραφία ενώ ανέτρεξα σε μερικές άλλες. Λάτρεψα την επαναστατική του πλευρά και το γεγονός πως προήλθε από μια ασυνήθιστη οικογένεια, προσπαθώντας να είναι συνηθισμένος και κατέληξε να γίνει ένας εκπληκτικός άνθρωπος. Όλο αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον.”


“Με άγκυρα μια δυνατή ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή, η ταινία “Nowhere Boy” αποσπά ένα μικρό ψυχαγωγικό δράμα από τον τεράστιο θρύλο του Τζον Λένον.”
Ian Freer, Empire Magazine

· “Αντί να αναλώνεται στις μοναδικές συνθήκες που οδήγησαν στη δημιουργία μιας μουσικής ιδιοφυίας, είναι μια συγκινητική ταινία για την ωρίμανση και την απομάκρυνση από το σπίτι, καθώς και για τις ριζικές αλλαγές στη ζωή της Αγγλίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.”
Philip Frence, Observer

· “Η Τέιλορ Γουντ επιλέγει τον φυσικό ρεαλισμό, χωρίς καλλιτεχνικές φανφάρες. Δημιουργεί τον καμβά στον οποίον μπορούν να λάμψουν οι ηθοποιοί της, οι οποίοι κάνουν ακριβώς αυτό.”
Cosmo Landesman, Sunday Times

· “Τα έξυπνο σενάριο και οι εξαιρετικές ερμηνείες αναδεικνύουν την ταινία ως κάτι περισσότερο από μια συνηθισμένη βιογραφία.”