Αναζήτηση:

Real steel

  2011
έχει βαθμολογηθεί με Μ.Ο.
5,00 από 1 μέλος
Διάρκεια:
127'

Υπόθεση

Στο Ντιτρόιτ του κοντινού μέλλοντος. Το σταθερά δημοφιλές σπορ της πυγμαχίας έχει περάσει πλέον σε άλλο επίπεδο. Πάνω στο ρινγκ, τις γροθιές τους διασταυρώνουν γιγαντόσωμα ανθρωπόμορφα ρομπότ. Ο Τσάρλι Κέντον, ξεπεσμένος μποξέρ, αναζητά την ευκαιρία να επιστρέψει για μια τελευταία φορά στις μέρες της δόξας. Όταν κάποια μέρα ο Μαξ, ο ανήλικος γιος του, με τον οποίο είχαν αποξενωθεί, ανακαλύπτει τυχαία ένα εγκαταλειμμένο και μισοκατεστραμμένο ρομπότ παλιάς τεχνολογίας, ο Τσάρλι, ο οποίος έχει γίνει εξπέρ στο να κατασκευάζει μάχιμους ρομπο-πυγμάχους από παλιοσίδερα, αποφασίζει να τα παίξει όλα για όλα: με τη βοήθεια του γιου του θα προπονήσουν το ρομπότ τους για τη διεκδίκηση του τίτλου...

Περισσότερες Πληροφορίες

Ο «Ρόκι» συναντά τον… «Εξολοθρευτή» σε μια συναρπαστική περιπέτεια, βασισμένη στο διήγημα «Steel» του διακεκριμένου μυθιστοριογράφου Ρίτσαρντ Μάθεσον («Duel», «What Dreams May Come», «I am Legend»). O Καναδός Σον Λέβι («Μια Νύχτα στο Μουσείο», «Ραντεβού για Παντρεμένους») σκηνοθετεί τους Χιου Τζάκμαν και Ντακότα Γκόγιο («Thor») στους ρόλους ενός πατέρα που αναπολεί τις παλιές καλές μέρες κι ενός γιου που αναζητά απεγνωσμένα μια πατρική φιγούρα, σε μια φουτουριστική, αλλά ανθρώπινη ταινία δράσης, με φόντο τους πιο ανατρεπτικούς αγώνες πυγμαχίας που παρακολουθήσατε ποτέ! Μια ταινία, στην οποία η προηγμένη τεχνολογία του motion capture και των animatronics συμβαδίζει με την πολύτιμη εμπειρία του βετεράνου πρωτοπυγμάχου και Χρυσού Ολυμπιονίκη Σούγκαρ Ρέι Λέοναρντ, ο οποίος εδώ εκτελεί χρέη συμβούλου της παραγωγής σε θέματα… νοκ άουτ!

Γνήσιο υπερθέαμα, αυθεντική περιπέτεια

Ένα γνήσιο υπερθέαμα με άφθονη συναρπαστική δράση, θεμελιωμένο σε μια δυνατή ιστορία, στην οποία ένας διψασμένος για δόξα πατέρας, ένας πανέξυπνος γιος και ένα… θαρραλέο ρομπότ ανατρέπουν όλα τα προγνωστικά και γράφουν ιστορία στις αρένες του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Πυγμαχίας ανάμεσα σε Ρομπότ. Αυτή είναι, σύμφωνα με τον Σον Λέβι η κεντρική ιδέα του «Real Steel», της νέας φαντασμαγορικής φουτουριστικής περιπέτειας από την DreamWorks Pictures. Ναι, μιλάμε όντως για τον σκηνοθέτη του «Μια Νύχτα στο Μουσείο», του «Ραντεβού για Παντρεμένους» και του «Μια Ντουζίνα Μπελάδες». Πως όμως ο άνθρωπος που αποτελεί έναν από τους πλέον αποδοτικούς σκηνοθέτες κωμωδιών αυτή τη στιγμή στο Hollywood (οι ταινίες του ξεπερνούν σε παγκόσμιες εισπράξεις τα $1,6 δισεκατομμύρια), κατέληξε να ηγηθεί της ομάδας που μετέφερε στη μεγάλη οθόνη μια εμπλουτισμένη εκδοχή του «Steel», ενός από τα δημοφιλέστερα διηγήματα του φημισμένου συγγραφέα sci-fi μυθιστορημάτων Ρίτσαρντ Μάθεσον;
«Όταν σου τηλεφωνεί ο Στίβεν Σπίλμπεργκ αυτοπροσώπως και σου κάνει μια πρόταση για συνεργασία, εσύ απλώς δέχεσαι», εξηγεί ο Καναδός κινηματογραφιστής, υποστηρίζοντας, ωστόσο, πως όταν ο Σπίλμπεργκ και η Στέισι Σνάιντερ της DreamWorks του ανέφεραν πως η ταινία θα αφορούσε αγώνες πυγμαχίας με ρομπότ, σάστισε.
«Μόλις το σκέφτηκα λίγο καλύτερα, συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν μπροστά σε μια ιστορία, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να συνδυάσει το εντυπωσιακό θέαμα που προσφέρουν οι ταινίες που καταπιάνονται με δημοφιλή σπορ, με τον συναισθηματικό αντίκτυπο που αφήνει η σχέση ανάμεσα σε ένα πατέρα και έναν γιο που αναζητούν σημείο επαφής».
Fan της πυγμαχίας στα νιάτα του, ο Λέβι συνειδητοποίησε πως η συγκεκριμένη ταινία θα του έδινε εκτός των άλλων την ευκαιρία να τιμήσει τα είδωλά του, καθώς και τις αγαπημένες του ταινίες του είδους.
«Το “Real Steel” αποτελεί ξεκάθαρα ένα φόρο τιμής σε ταινίες όπως το “Rocky”, το “Οργισμένο Είδωλο”, αλλά και άλλες, λιγότερο γνωστές, εξίσου επιτυχημένες όμως στο να σε κάνουν να νοιαστείς πραγματικά για τον κεντρικό τους ήρωα, ο οποίος, όντας το αουτσάιντερ, αγωνίζεται να επιστρέψει για μια τελευταία φορά στο ρινγκ, με την ελπίδα να πραγματοποιήσει μια θριαμβευτική έξοδο εν μέσω επευφημιών».
«Επιπλέον μου δόθηκε η ευκαιρία να προχωρήσω σε έναν παραλληλισμό αναφορικά με το κατά πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα στο χώρο της πυγμαχίας, σε σχέση με την εποχή που στο ρινγκ κυριαρχούσαν θρυλικές μορφές όπως ο Μοχάμεντ Αλί, ο Σούγκαρ Ρέι Λέοναρντ, ο Μάρβιν Χέγκλερ και ο Μάικ Τάισον», συνεχίζει ο Λέβι. «Τους έβλεπες και ένιωθες ότι παρακολουθείς κάτι μαγικό. Υπήρχε μία έντονη ποιητικότητα στον τρόπο με τον οποίο κινούνταν στο χώρο, στην όλη φιλοσοφία τους με την οποία αντιμετώπιζαν τους αντιπάλους τους. Ακόμη και στην περίπτωση του Τάισον, η αναμονή της “αιμοβόρας” έκρηξής του κατά την οποία θα αποτελείωνε τον αντίπαλο, σε γέμιζε ηδονική προσμονή. Στην εποχή μας, ωστόσο, οι – σαφώς πιο βίαιες – Μικτές Πολεμικές Τέχνες (Mixed Martial Arts) κερδίζουν καθημερινά όλο και περισσότερους fans, τη στιγμή που η παραδοσιακή πυγμαχία δείχνει να περνά σε δεύτερη μοίρα. Ως φαίνεται, ο κόσμος πλέον διψά για αίμα και αυτό πάνω-κάτω είναι που βλέπουμε να συμβαίνει και στο ξεκίνημα του “Real Steel”».
«Ο Σον κατάφερε να δημιουργήσει ένα καθ’ όλα αληθοφανές σκηνικό. Τα πλάνα του διαθέτουν μια εκλεπτυσμένη αισθητική και μια ευρηματικότητα. Θεωρώ πως το “Real Steel” είναι με διαφορά η καλύτερη και η πιο ρεαλιστική του ταινία. Η ταινία μέσω της οποίας μας επανασυστήνεται ως σκηνοθέτης», δηλώνει ο Σπίλμπεργκ, επικεφαλής executive παραγωγός του «Real Steel». «Μάλιστα, όταν την παρακολούθησα για πρώτη φορά ολοκληρωμένη, του είπα “έχεις κάνει πολλές καλές ταινίες, αλλά είναι η πρώτη φορά που έκανες σινεμά”».
«Για μένα προσωπικά το “Real Steel” είναι μια μεγαλόπνοη παραγωγή που συνδυάζει εντυπωσιακά πλάνα από την καρδιά της αμερικανικής υπαίθρου και άφθονες θεαματικές σκηνές δυναμικής δράσης εντός και εκτός των ρινγκ. Ωστόσο, είναι ολοφάνερο πως στο επίκεντρό της βρίσκεται μια ειλικρινής, βαθιά ανθρώπινη ιστορία γύρω από τρεις ψυχές που διψούν για δικαίωση, η μία εκ των οποίων φωλιάζει σε… ατσάλινο περίβλημα», καταλήγει ο Λέβι.


Η μεγάλη επιστροφή στα ρινγκ

Οι εποχές όπου ο Τσάρλι Κέντον φιγουράριζε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές του τίτλου στο παγκόσμιο πρωτάθλημα πυγμαχίας, έχουν περάσει προ πολλού. Πλέον αναγκάζεται να βγάζει το μεροκάματο συναρμολογώντας ρομπότ, με τα οποία συμμετέχει σε αγώνες όπου όλα επιτρέπονται, οι οποίοι διοργανώνονται σε άθλια ρινγκ στις πλέον κακόφημες γωνιές της χώρας, παίζοντας καθημερινά το κεφάλι του κορώνα-γράμματα. Ωστόσο, όταν ο Μαξ, ο 11χρονος γιος του, τον οποίο είχε να δει από την ημέρα που γεννήθηκε, εμφανίζεται μπροστά του αποφασισμένος να τον πείσει να δοκιμάσει τις ικανότητές του στην αρένα του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Πυγμαχίας με Ρομπότ (World Robot Boxing), ο Τσάρλι αρχίζει να βλέπει φως στην άκρη του τούνελ. Και τότε μπαίνει στη ζωή τους ο Atom – ένα στραπατσαρισμένο ρομπότ παλαιάς κοπής, που ανακαλύπτουν τυχαία σε μια μάντρα από παλιοσίδερα, στο μεταλλικό πρόσωπο του οποίου ο Μαξ βλέπει την ιδανική λύση στα προβλήματά τους. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ο Τσάρλι να δεχτεί να μυήσει ο ίδιος τον Atom στα μυστικά της πυγμαχικής τέχνης.
«Για τον Τσάρλι η στιγμή όπου συναντά για πρώτη φορά τον Atom αποτελεί την εκκίνηση μιας τρελής κούρσας, που θα τον οδηγήσει από τα άθλια καταγώγια και τους παράνομους πυγμαχικούς αγώνες ανάμεσα σε τσακισμένα ρομπότ, στα μεγάλα σαλόνια του παγκόσμιου πρωταθλήματος, όπου διαγωνίζονται τα πιο αστραφτερά και υπερσύγχρονα μοντέλα και παίζονται τα μεγαλύτερα στοιχήματα», αναφέρει ο παραγωγός Ντον Μέρφι.
«Εκείνο που από την πρώτη στιγμή με κέρδισε όσον αφορά στο ρόλο μου, είναι η ειλικρινής σχέση ανάμεσα στον πατέρα και το γιο του και το γεγονός πως μέσω αυτής της σχέσης ο Τσάρλι κερδίζει μια δεύτερη ευκαιρία να διορθώσει τα λάθη του παρελθόντος και να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Εννοείται, βέβαια, πως και το όλο concept του robot-boxing με ιντριγκάρησε απίστευτα», εξηγεί ο Χιού Τζάκμαν, ο οποίος ήταν εξαρχής η βασική επιλογή του Λέβι για να ενσαρκώσει τον Τσάρλι Κέντον.
«Θεωρώ πως ο Λέβι είχε απόλυτο δίκιο που επέμενε για τον Χιού. Η παθιασμένη ερμηνεία του ως Τσάρλι είναι εκείνη που δίνει ώθηση και ρυθμό σε ολόκληρη την ταινία», παραδέχεται ο Σπίλμπεργκ.
«Το γεγονός πως στα πρώτα λεπτά της ταινίας βλέπουμε πως ο Τσάρλι είναι αναγκασμένος να βγάζει το χαρτζιλίκι του μοντάροντας ρομπότ για αγώνες μποξ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς κατά κάποιο τρόπο αυτά ευθύνονται που έχει πάψει να ανεβαίνει ο ίδιος στο ρινγκ. Από τη μία, λοιπόν, απεχθάνεται τα ρομπότ, μα από την άλλη τα χρειάζεται, καθώς αποτελούν τη μοναδική του πηγή εσόδων», εξηγεί ο Λέβι.
Σημαντικό μερίδιο ευθύνης στην απόφαση του Τσάρλι να επιστρέψει στην ενεργό δράση, έστω και σαν προπονητής του Atom, φέρει η Μπέιλι, κόρη του παλιού του μέντορα, με την οποία γνωρίζονται μια ολόκληρη ζωή.
«Ίσως οι δυο τους να υπήρξαν εραστές στο παρελθόν, πλέον όμως εκείνο που τους συνδέει είναι κάτι το πολύ βαθύτερο. Η Μπέιλι είναι ο μόνος άνθρωπος που γνωρίζει τα χούγια του Τσάρλι, οπότε ξέρει και πώς να τον χειριστεί», διευκρινίζει ο Λέβι, συμπληρώνοντας πως για το ρόλο της Μπέιλι ήθελε οπωσήποτε την Εβάντζελιν Λίλι, η οποία ήταν και ο βασικός λόγος που παρακολουθούσε μετά μανίας το «Lost». «Όχι μόνο με εξέπληξε ευχάριστα με την ερμηνεία της στις “χαμηλότονες” σκηνές της, αλλά και στα γυρίσματα των πυγμαχικών σεκάνς επιδείκνυε τόση ενέργεια, ώστε κατάφερνε να ξεσηκώνει και τους γύρω της».
«Μου άρεσε πάρα πολύ η ιστορία. Τη βρήκα ιδιαίτερα συγκινητική και εντυπωσιακά καλογραμμένη, ενώ και ο Σον με κέρδισε από την πρώτη στιγμή», αναφέρει η Λίλι. «Εκείνο, όμως, που με προσέλκυσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στην ταινία, ήταν η ευκαιρία να συνεργαστώ με τον Χιού. Από την ημέρα που τον είδα στο “The Fountain” του Ντάρεν Αρονόφσκι, έβαλα σκοπό της ζωής μου να δουλέψω κάποτε μαζί του. Τόσο πολύ με είχε συνεπάρει η ερμηνεία του σε εκείνη την ταινία».


Ένας Rocky από ατσάλι

Ένα από τα μυστικά της επιτυχίας του «Real Steel» είναι το γεγονός ότι τα ανθρωπόμορφα ρομπότ που πρωταγωνιστούν δεν αποτελούν 100% προϊόν ηλεκτρονικού υπολογιστή, αλλά είναι αληθινά και μάλιστα κατασκευασμένα σε φυσικό μέγεθος. Η ιδέα ανήκει στον Στίβεν Σπίλμπεργκ, επικεφαλής executive παραγωγό της ταινίας, ο οποίος συμβούλεψε τον Λέβι πως θα ήταν καλύτερο για όλους, στις σκηνές όπου υπάρχει αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ρομπότ και σε ανθρώπους να περιορίσει όσο μπορεί τα ψηφιακά εφέ και να χρησιμοποιήσει αληθινά ρομπότ, καθώς έτσι θα κέρδιζε αρκετούς πόντους σε επίπεδο ρεαλισμού.
«Όπως και να το κάνουμε, διαφορετικά αντιδράς όταν έχεις να κάνεις με ένα μπαλάκι του τένις καρφωμένο πάνω σε ένα κοντάρι και διαφορετικά όταν έχεις απέναντί σου ένα θεόρατο ανθρωπόμορφο ρομπότ ύψους δυόμιση μέτρων να σε… κοιτάζει στα μάτια. Και μόνο το δέος που σου προκαλεί είναι ένα μεγάλο συν», εξηγεί ο Σπίλμπεργκ. «Γι’ αυτόν το λόγο συμβούλεψα τον Σον να χρησιμοποιεί όσο μπορεί περισσότερο αληθινά ρομπότ φυσικού μεγέθους».
Το σχεδιασμό και την κατασκευή τους ανέλαβαν οι τεχνικοί της εταιρείας ειδικών εφέ Legacy Effects, οι οποίοι δημιούργησαν 18 συνολικά «ρομπο-πυγμάχους», καθένας εκ των οποίων διαθέτει το δικό του design, το δικό του ιδιαίτερο στυλ μάχης, τη δική του προσωπικότητα, ακόμη και τον δικό του χαρακτηριστικό ήχο. Στον χειρισμό τους συνεργάστηκαν πεπειραμένοι «μαριονετίστες» και ειδικοί επί των animatronics, οι οποίοι έκαναν πραγματικά εξαιρετική δουλειά, σε σημείο που οι ηθοποιοί συχνά ξεχνούσαν πως είχαν να κάνουν με άψυχα αντικείμενα.
«Στόχος μας ήταν να δημιουργήσουμε ρομπότ που να μη μοιάζουν βγαλμένα από ταινία επιστημονικής φαντασίας τύπου “Transformers”, αλλά να δίνουν την αίσθηση πως τα κατασκεύασε ανθρώπινο χέρι. Άλλωστε το “Real Steel” διαδραματίζεται στο 2020, όπου θεωρητικά τα ρομπότ θα έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας», εξηγεί ο Λέβι.
«Όπως γίνεται ξεκάθαρο κατά τη διάρκεια της ταινίας, το καθένα απ’ τα ρομπότ διαθέτει τη δική του ολοκληρωμένη προσωπικότητα, η οποία αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια “προέκταση” της προσωπικότητας του σχεδιαστή και του ιδιοκτήτη-χειριστή του», αναφέρει ο παραγωγός Ντον Μέρφι. «Ήταν πολύ σημαντικό για μας ο θεατής να μπορεί να διακρίνει τις ξεχωριστές προσωπικότητες των ρομπότ, καθώς μόνο έτσι θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για τις τύχες τους».
Αναμενόμενα, εκείνος που απασχόλησε περισσότερο τους τεχνικούς της ταινίας ήταν ο Atom, καθώς από τη μία έπρεπε να δείχνει «μεταχειρισμένος» αλλά απ’ την άλλη να διαθέτει κάποιες ιδιαίτερες δεξιότητες, οι οποίες θα του επέτρεπαν να αντιμετωπίσει στα ίσια ακόμη και τον πιο ισχυρό αντίπαλο κι ας είναι εξοπλισμένος με αξεσουάρ τελευταίας τεχνολογίας. Έτσι του προσέθεσαν την ικανότητα να αναπαριστά στην εντέλεια οποιαδήποτε κίνηση βλέπει, την οποία και ονόμασαν λειτουργία «shadow mode». Μία λειτουργία, η οποία επέτρεψε στον Atom να αντιγράψει με αξιοθαύμαστη πιστότητα και να αναβιώσει όλη εκείνη τη χάρη και τη φινέτσα που συνήθιζε να επιδεικνύει εντός του ρινγκ ο Τσάρλι, τον καιρό που ξάπλωνε τους αντιπάλους του στο καναβάτσο.
«Προσπαθήσαμε παράλληλα να προσδώσουμε στον Atom μια αθωότητα ανάλογη με εκείνη του WALL-E στο ομώνυμο animation της Pixar», επισημαίνει ο Λέβι. «Στόχος μας ήταν να περάσει από το μυαλό των θεατών η πιθανότητα ο Atom, αν και μηχανή, να διαθέτει μια κάποιου είδους συνείδηση».
Κι αν ο Atom αποτελεί ό,τι πιο κοντινό σε… ατσαλένιο Rocky διαθέτει η ταινία, οι παρακάτω μεταλλικοί κύριοι πιστοποιούν πως, στο «Real Steel», η έκφραση «θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι» βρίσκει την πλέον αναπάντεχη εκδοχή της!

Zeus: O ρομπο-πυγμάχος Zeus είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του World Robot Boxing. Τεράστιος, φοβιστικός, με εξωσκελετό αστραφτερού κατάμαυρου χρώματος και παρατσούκλι-δάνειο από τον «Πόλεμο των Άστρων»: The Death Star! Οι γροθιές του είναι προγραμματισμένες να εξαπολύονται με ρυθμό πιστονιών σε φουλ λειτουργία και κανείς δεν τον έχει νικήσει ποτέ. Μάλιστα, όλοι του οι αντίπαλοι βγαίνουν νοκ-άουτ από τον πρώτο κιόλας γύρο!

Midas: Βαμμένος χρυσοκόκκινος και με τη χαρακτηριστική μοϊκάνα στο κεφάλι του, ο ρομπο-πυγμάχος Midas είναι γεννημένος καβγατζής. Δεν πιστεύει σε κανόνες και προκειμένου να κατατροπώσει τον αντίπαλο, ακολουθεί κατά γράμμα το ρητό «ο σκοπός αγιάζει στα μέσα» στην πιο ακραία του μορφή!

Noisy Boy: Από τα πλέον δημοφιλή μέλη του επαγγελματικού πρωταθλήματος robot boxing κάποτε, ο ρομπο-πυγμάχος Noisy Boy γεύτηκε την πλήρη απαξίωση, μετά από απανωτές ήττες. Όταν τον έδιωξαν, άρχισε να συμμετέχει σε αγώνες επίδειξης σε Ασία και Αφρική. Αν και αποφάσισε να επιστρέψει επίσημα στα ρινγκ, η απώλεια της παλιάς του φόρμας τον ανάγκασε να περιοριστεί στη συμμετοχή σε παράνομους πυγμαχικούς αγώνες στο underground κύκλωμα.

Twin Cities:
Ο τετράγωνος θώρακας και τα δυο του κεφάλια δίνουν έναν εντελώς ξεχωριστό χαρακτήρα στον εξαιρετικά βίαιο ρομπο-πυγμάχο, που ακούει στο όνομα Twin Cities.

Metro: Με το ένα χέρι πράσινο και το άλλο μπλε, διαφορετικού σχήματος και μεγέθους το καθένα, ο ρομπο-πυγμάχος Metro θυμίζει ατσαλένιο… τέρας του Φρανκενστάιν!


Μποξέρ δεν γεννιέσαι, γίνεσαι!
Στο «Real Steel» παρακολουθούμε ορισμένους από τους πιο βίαιους και συναρπαστικούς πυγμαχικούς αγώνες που έχουν αποτυπωθεί ποτέ στο σελιλόιντ. Φυσικά, από τη στιγμή που μιλάμε για αγώνες ανάμεσα σε πυγμάχους-ρομπότ, οι οποίοι αποτελούν έναν αριστοτεχνικό συνδυασμό CGI εφέ και motion capture, η συμμετοχή στα γυρίσματα πραγματικών μποξέρ, επαγγελματιών και ερασιτεχνών, ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητη. Όπως, βέβαια, και του ανθρώπου που θα αναλάμβανε τόσο τη χορογραφία των αγώνων, όσο και τη μύηση του Χιού Τζάκμαν στα μυστικά του αθλήματος. Για το συγκεκριμένο πόστο οι παραγωγοί της ταινίας είχαν μόνο ένα όνομα στο μυαλό τους: αυτό του βετεράνου πρωτοπυγμάχου και Χρυσού Ολυμπιονίκη Σούγκαρ Ρέι Λέοναρντ!
«Ό,τι και να πω για τον Σούγκαρ Ρέι είναι λίγο», δηλώνει γεμάτος ενθουσιασμό ο Λέβι. «Δε νομίζω ότι θα μπορούσαμε να γυρίσουμε την ταινία χωρίς εκείνον. Όχι μόνο ανέλαβε την πλήρη επίβλεψη όλων των μποξέρ που συμμετείχαν στη διαδικασία του motion capture, αλλά έκανε και ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε ο Χιού, όχι μόνο να δείχνει απόλυτα πειστικός ως πρώην μποξέρ, αλλά και ως “corner-man”. Εκείνος, δηλαδή, που καθοδηγεί και συμβουλεύει τον ρομπο-πυγμάχο του καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα».
«Ο Σούγκαρ Ρέι δεν ασχολήθηκε μόνο με τη χορογραφία των αγώνων», εξηγεί ο παραγωγός Ντον Μέρφι. «Φρόντισε να συμβουλέψει τον Λέβι, αλλά και τους διάφορους stuntmen σχετικά με την κάθε γροθιά που πέφτει στους αγώνες. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό να παρακολουθείς τα ρομπότ μας να εκτοξεύουν απανωτά ντιρέκτ, κροσέ και άπερκατς που, ουσιαστικά, ανακάλυψε εκείνος».
«Όταν είπα στον πατέρα μου ότι θα συνεργαστώ με τον Σούγκαρ Ρέι, δεν πίστευε στ’ αυτιά του», αναφέρει ο Χιού Τζάκμαν. «Έχοντας υπάρξει πρωταθλητής πυγμαχίας τον καιρό που ήταν στο στρατό, τον γνωρίζει πολύ καλά και θεωρεί πως είναι ο κορυφαίος όλων τους, καθώς κανείς δεν τον συναγωνίζεται σε ήθος και έμπνευση».
«Εκείνο που με ενδιέφερε να κατανοήσει σε βάθος ο Χιού, είναι το γεγονός πως καλός μποξέρ είναι εκείνος που εκτός από το σώμα του γυμνάζει εντατικά και το μυαλό του», εξηγεί ο Σούγκαρ Ρέι Λέοναρντ. «Δεν υπήρχε περίπτωση να ανέβω στο ρινγκ, αν προηγουμένως δεν είχα “προσχεδιάσει” τον αγώνα μέσα στο κεφάλι μου. Και 9 στις 10 φορές τα πράγματα πήγαιναν όπως ακριβώς τα είχα υπολογίσει».
«Το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν το γεγονός ότι ο Σούγκαρ Ρέι με βοήθησε να συνειδητοποιήσω το πόσο κρίσιμος και απαιτητικός είναι ο ρόλος του “corner-man” στην πυγμαχία, καθώς αυτός είναι ουσιαστικά και ο ρόλος μου στην ταινία. Να γνωρίζω, δηλαδή, ανά πάσα στιγμή το πότε ακριβώς πρέπει να επέμβω για να συγκρατήσω, να εμψυχώσω ή να βάλω τις φωνές στον ρομπο-πυγμάχο μου, ώστε στο φινάλε να φύγει νικητής από τον αγώνα», καταλήγει ο Τζάκμαν.


Trivia/Fun facts
Σύμφωνα με τους παραγωγούς της ταινίας το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας με Ρομπότ (World Robot Boxing) είναι εφάμιλλο σε οργάνωση, πρεστίζ και θεαματικότητα με το NBA και το πρωτάθλημα μηχανοκίνητου αθλητισμού NASCAR.

Για τις σκηνές όπου εμφανίζονται αληθινά ρομπότ φυσικού μεγέθους, ο χειρισμός του καθενός από αυτά προέκυπτε από τη συντονισμένη συνεργασία τουλάχιστον 20 πεπειραμένων χειριστών ανδρεικέλων (puppeteers).

Η εξελιγμένη εκδοχή της motion capture τεχνοτροπίας που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στο «Avatar», προχωρά ακόμη παραπέρα με το «Real Steel», καθώς αυτή τη φορά οι motion capture ερμηνείες ενσωματώνονται σε φυσικό περιβάλλον.

Ο – 12χρονος πλέον – Ντακότα Γκόγιο, προτού εξασφαλίσει το ρόλο του Μαξ, του γιου του Τσάρλι, πέρασε από οντισιόν 4 φορές, εκ των οποίων οι δύο ήταν με τη βοήθεια μαγνητοσκοπημένου υλικού.

Ανάμεσα στις ποικίλες αναφορές της ταινίας υπάρχει και μία που «φωτογραφίζει» το δημοφιλές επιτραπέζιο παιχνίδι «Rock’em Sock’em Robots», που πρωτοεμφανίστηκε στην αγορά το 1964!