Αναζήτηση:

Behind the Candelabra

  2013
Βαθμολογήστε το

Υπόθεση

Πριν τον Έλβις, τον Έλτον Τζον, τη Μαντόνα και τη Λέιντι Γκάγκα, ήταν ο Λιμπεράτσε: ένας βιρτουόζος πιανίστας, μοναδικός περφόρμερ και λαμπερός αστέρας στη σκηνή και την τηλεόραση. Το όνομά του, συνώνυμο με το σόου, την ακραία πολυτέλεια και… τα κηροπήγια, έγινε γνωστό σε κάθε άκρη του πλανήτη και στη 40χρονη καριέρα του απέκτησε ένα πιστό, φανατικό κοινό. Η ταινία φωτίζει την προσωπική ζωή του Λιμπεράτσε, και συγκεκριμένα τη σχέση του με το νεαρό Σκοτ Θόρσον, από την πρώτη στους συνάντηση στο Hilton του Las Vegas μέχρι τον πικρό, δημόσιο χωρισμό τους.

Περισσότερες Πληροφορίες

Η ΤΑΙΝΙΑ

Η «σπίθα» για το έργο πρωτοάναψε στο μυαλό του Στίβεν Σόντερμπεργκ 13 χρόνια πριν, κατά τα γυρίσματα του ‘Traffic’, όταν ο σκηνοθέτης είδε στο πρόσωπο του Μάικλ Ντάγκλας την πιθανή προσωποποίηση του Λιμπεράτσε. Από εκείνη τη στιγμή ο σκηνοθέτης άρχισε να κάνει έρευνα πάνω στην ιστορία του διάσημου showman: «Δεν ήθελα να γυρίσω μια τυπική βιογραφική ταινία, αλλά δεν ήξερα από πού να το πιάσω… Μέχρι που κάποιος μου σύστησε να διαβάσω το βιβλίο του Σκοτ Θόρσον “Behind the Candelabra”, κι αυτό μου έδειξε τη σωστή κατεύθυνση» θυμάται ο Σόντερμπεργκ. «Για μένα ήταν σημαντικό να δείξω στον κόσμο ότι ο Λιμπεράτσε δεν ήταν ένας επιφανειακός σόουμαν αλλά ένας πραγματικά ταλαντούχος μουσικός. Κι επίσης ότι η σχέση του με τον Σκοτ ήταν μια πραγματική σχέση ζευγαριού. Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να φτιάξω μια καρικατούρα ούτε για τους χαρακτήρες αλλά ούτε και για τη σχέση τους».
Το έργο γυρίστηκε στο Λος Άντζελες, το Παλμ Σπρινγκς και το Λας Βέγκας, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν περισσότερες πραγματικές τοποθεσίες αλλά και αντικείμενα από τη ζωή του Λιμπεράτσε: το διαμέρισμά του στο L.A., την εκκλησία Our Lady of Solitude όπου έγινε η κηδεία του, την αίθουσα του πρώην Las Vegas Hilton όπου έδινε τα σόου του. Η συγκεκριμένη αίθουσα βέβαια είχε αλλάξει με το χρόνο, και οι παραγωγοί αναγκάστηκαν να την ξαναφτιάξουν όπως ήταν τότε, μια σκηνή με διπλάσιο μήκος από την τυπική σκηνή του Μπρόντγουεϊ, ικανή να φιλοξενήσει την 7μετρη Ρολς Ρόις του καλλιτέχνη, μαζί με τα δύο πιάνα του.
Ο σκηνογράφος Χάουαρντ Κάμινγκς χρειάστηκε να φτιάξει 30 διαφορετικά σκηνικά μέσα σε έξι μόνο εβδομάδες, για να περιγράψει τον κόσμο του Λιμπεράτσε από το 1977 μέχρι το 1982. Επέλεξε να χρησιμοποιήσει τους καθρέφτες και τις αντανακλάσεις σαν μεταφορά για τη διπλή ζωή του καλλιτέχνη. Για τις ανάγκες της σκηνής με τη μονομαχία των πιάνων, οι παραγωγοί έφεραν ξανά στον ίδιο χώρο τα δύο πιάνα του Λιμπεράτσε μετά από 30 χρόνια: το ένα από το μουσείο Λιμπεράτσε στο Λας Βέγκας και το άλλο από το Baldwin Piano showroom, όπου κατάφεραν να το εντοπίσουν μετά από αρκετή έρευνα. Αλλά και όλα τα πιάνα που φαίνονται στην ταινία ήταν πραγματικά του καλλιτέχνη. Επίσης η Ρολς Ρόις που εμφανίζεται στη σκηνή ήταν… το μπαρ του! «Όταν πηγαίναμε στο σπίτι του στο Παλμ Σπρινγκς, μπαίναμε από την πόρτα του γκαράζ, καθόμασταν στη Ρολς Ρόις, και το προσωπικό του μας σέρβιρε ποτά εκεί» θυμάται ο Τζέρι Γουέιντραουμπ. Για να διακοσμήσει το διαμέρισμά του Λιμπεράτσε στο L.A., η ομάδα σκηνογραφίας πραγματοποίησε μια απίστευτη επιχείρηση ώστε να ξαναβρεί πραγματικά αντικείμενα του σπιτιού, από έπιπλα και φωτιστικά μέχρι έργα τέχνης και μικροαντικείμενα.
Όσον αφορά τα κοστούμια, η ενδυματολόγος Έλεν Μιρότζνικ μελέτησε τη συλλογή ρούχων και κοσμημάτων του Μουσείου Λιμπεράτσε και στη συνέχεια συνεργάστηκε με τους καλύτερους δημιουργούς του Χόλυγουντ για να φτιάξει την απαιτητική γκαρνταρόμπα της ταινίας: μόνο ο Μάικλ Ντάγκλας και ο Ματ Ντέιμον αλλάζουν 60 κοστούμια ο καθένας μέσα στο έργο! Και το κάθε κοστούμι ήταν ένα project από μόνο του: για παράδειγμα, σε μία από τις αξιομνημόνευτες εμφανίσεις του, ο Λιμπεράτσε φορούσε μια λευκή γούνα από αλεπού με 5 μέτρα ουρά και βάρος 45 κιλά, συνολικής αξίας 400.000 δολαρίων – η Μιρότζνικ δημιούργησε βέβαια μια πιο οικολογική και ελαφριά εκδοχή για τις ανάγκες του έργου.


ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΛΙΜΠΕΡΑΤΣΕ

Ο Βλάντζιου Βαλεντίνο Λιμπεράτσε γεννήθηκε το 1919 στο Γουινσκόνσιν των ΗΠΑ, από μητέρα Πολωνέζα και πατέρα Ιταλό, και ανάμεσα στις δεκαετίες ’50 και ’70 ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος showman στον κόσμο. Οι συναυλίες, ηχογραφήσεις, ταινίες και τηλεοπτικές εμφανίσεις του δημιούργησαν ένα φανατικό, κατά βάση γυναικείο κοινό.
Από μικρός μοιράστηκε το πάθος για τη μουσική του τρομπετίστα πατέρας του, και ξεκίνησε να ασχολείται με το κλασικό πιάνο σε ηλικία τεσσάρων ετών. Ασχολήθηκε επίσης με την ποπ και την τζαζ, και ήδη στα είκοσί του χρόνια, όταν έδωσε το πρώτο του κονσέρτο με τα συμφωνική ορχήστρα του Σικάγο, είχε αναπτύξει το δικό του μουσικό στιλ, «ποπ με λίγη κλασική» όπως χαρακτηριστικά το αποκαλούσε. Εκείνη την εποχή ξεκίνησε την πρώτη του περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες με το αυτοσχέδιο πιάνο του και το χαρακτηριστικό κηροπήγιο [candelabra], το οποίο εμπνεύστηκε από την κινηματογραφική βιογραφία του Σοπέν από τον Τσαρλς Βιντόρ με τίτλο ‘A Song to Remember’.
Το 1952 η φήμη του απογειώθηκε με την τηλεοπτική σειρά “The Liberace Show”, που έγινε μία από τις πιο δημοφιλείς εκπομπές της δεκαετίας του 50 στην Αμερική. Η τηλεοπτική επιτυχία οδήγησε με τη σειρά της στις επιτυχημένες live εμφανίσεις, αρχικά στο Madison Square Garden και στη συνέχεια στο Λας Βέγκας και σε ολόκληρο τον κόσμο, όπου ο Λιμπεράτσε έπαιζε πιάνο, τραγουδούσε, χόρευε, και αστειευόταν με το κοινό. Επιπλέον, εμφανίστηκε σε τέσσερεις ταινίες και σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές πέραν της δικής του, ηχογράφησε έξι χρυσά άλμπουμ και καταχωρήθηκε στο βιβλίο Γκίνες ως ο πιο ακριβοπληρωμένος μουσικός στον κόσμο. Επηρέασε σημαντικά τις επόμενες γενιές μουσικών, όπως για παράδειγμα τον Έλβις, του οποίου οι εμφανίσεις στο Λας Βέγκας τη δεκαετία του ’70 θυμίζουν έντονα την σκηνική παρουσία του Λιμπεράτσε.
Σε ολόκληρη την καριέρα του ο Λιμπεράτσε κράτησε την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αφού εκείνη την εποχή η ομοφυλοφιλία δεν ήταν αποδεκτή. Ακόμα και όταν η σχέση του με τον Σκοτ Θόρσον κατέληξε στα δικαστήρια, ο Λιμπεράτσε συνέχισε να αρνείται ότι ήταν ομοφυλόφιλος και ότι είχαν υπάρξει εραστές.