Αναζήτηση:

Τζακ, ο κυνηγός των γιγάντων

 

(Jack the giant slayer)

  2013
έχει βαθμολογηθεί με Μ.Ο.
4,00 από 1 μέλος

Υπόθεση

Η παλιά κόντρα μεταξύ ανθρώπων και γιγάντων βγαίνει και πάλι στην επιφάνεια όταν ο νεαρός αγρότης Τζακ ανοίγει κατά λάθος την πύλη που χωρίζει τους δύο κόσμους. Με το που ξαναπατούν το πόδι τους στη γη, μετά από αιώνες, οι γίγαντες διεκδικούν εκ νέου όσα κάποτε ήταν δικά τους, αναγκάζοντας τον Τζακ να παλέψει μέχρι τέλους για να τους σταματήσει. Ο Τζακ πολεμάει για το βασίλειο και τους ανθρώπους του, αλλά και για την καρδιά μίας γενναίας πριγκίπισσας. Και έρχεται αντιμέτωπος με γιγαντιαίους πολεμιστές, μπαίνοντας σε μία μάχη που θα κάνει και τον ίδιο θρύλο!

Περισσότερες Πληροφορίες

Σε σκηνοθεσία Μπράιαν Σίνγκερ, στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Νίκολας Χουλτ, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Ίαν Μακ Σέιν και Στάνλεϊ Τούτσι.

Μετά τα δυο πρώτα “X-Men”, ο Μπράιαν Σίνγκερ (“The Usual Suspects”, “Valkyrie”) επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη και στο είδος της φαντασίας, με την μεταφορά στον κινηματογράφο, του κλασικού παραμυθιού “Jack the Giant Killer”. Πρόκειται για αγγλικό παραμύθι, αγνώστου μέχρι σήμερα δημιουργού, που ως χρονολογία πρώτης δημοσίευσης ή αναφοράς θεωρείται το 1711. Ήρωας είναι ένα φτωχό αγόρι από την επαρχία που σκοτώνει μοχθηρούς γίγαντες, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Βασιλιά Αρθούρου.

Στην 3D κινηματογραφική μεταφορά του Σίνγκερ, πρωταγωνιστεί στον ομώνυμο ρόλο ο Νίκολας Χουλτ (“A Single Man”, “X-Men: First Class”). Δίπλα του, οι Γιούαν Μακ Γκρέγκορ (“Moulin Rouge”, “The Ghost Writer”), Ίαν Μακ Σέιν (τηλεοπτικά “Deadwood”, “The Pillars of the Earth”), Στάνλεϊ Τούτσι (“The Lovely Bones”, “Easy A”), Έλινορ Τόμλινσον (“The Illusionist”, “Alice in Wonderland”) και Μπιλ Νάι (ταινίες “Χάρι Πότερ”, “Love Actually”).


Στα παρασκήνια

Η ταινία βασίζεται σε μία διαχρονική ιστορία που διαπερνά πολλές γενιές. Είναι γνωστή με διαφορετικά ονόματα σε κάθε χώρα και χρονολογείται από τον 12ο αιώνα. Οι λεπτομέρειες της έχουν διαμορφωθεί ανάλογα με τις τοπικές παραδόσεις και τις αλλεπάλληλες αφηγήσεις, ωστόσο η δύναμή της βρίσκεται στο ότι αναφέρεται στην αγάπη των ανθρώπων για τους ήρωες και στους βαθύτερους φόβους τους.

Ο σκηνοθέτης αναφέρει ότι η ταινία είναι πρωτότυπη από την άποψη ότι βασίζεται στα παραμύθια Jack and the Beanstalk και Jack the Giant Killer που αναφέρονται στο θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου. Συνδυάζει στοιχεία και των δύο και στοχεύει να ξαναζωντανέψει αυτούς τους χαρακτήρες μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, με αυξημένες δόσεις ρεαλισμού.

Ο Σίνγκερ παρουσιάζει τους γίγαντες διαφορετικούς απ΄ ότι τους έχουμε συνηθίσει. Δεν είναι αργόσυρτοι και αργόστροφοι. Αντίθετα είναι ευκίνητοι και έξυπνοι. Με επικεφαλής τον Μπιλ Νίγκι, που ενσαρκώνει το φιλόδοξο στρατηγό Φάλον, είναι επίσης επιρρεπείς σε ανταγωνισμούς, ματαιοδοξίες και βίαιες συγκρούσεις, ταλαιπωρώντας τους κοινούς θνητούς, τους οποίους θέλουν να καταβροχθίσουν.

Γυρισμένη εξ 'ολοκλήρου σε 3D, η ταινία συνδυάζει τη ζωντανή δράση, τα γυρίσματα σε πραγματικές τοποθεσίες και τα παραδοσιακά εφέ με τους CG χαρακτήρες, ενώ χρησιμοποιείται η τελευταία γενιά του αναπτυγμένου συστήματος Simul – Cam, που είχε χρησιμοποιηθεί στην ταινία Avatar, για να παντρέψει το ζωντανό με το εικονικό σε πραγματικό χρόνο, ταυτόχρονα με το γύρισμα.

Ο σκηνοθέτης οραματίστηκε τον ΄Ελμοντ σα μία παραλλαγή του χαρακτήρα του ιπποτικού Έρολ Φλιν, ο οποίος κάνει τα πάντα με χάρη και γοητεία. Ό,τι και να συμβεί, εκείνος διατηρεί ατάραχος την ψυχραιμία του.

Παρά το γεγονός ότι τεχνολογία CG ήταν απαραίτητη για την αρχική σύλληψη και την προεργασία της εικόνας των γιγάντων, ο παραγωγός Μόριτζ αναφέρει ότι ήταν πολύ σημαντικό γι αυτούς οι γίγαντες να διαθέτουν προσωπικότητα και συναισθήματα και σκέψη, να είναι δηλαδή πραγματικοί χαρακτήρες που να αλληλεπιδρούν τόσο μεταξύ τους όσο και με τους ανθρώπους και αυτός ήταν και ο λόγος που διάλεξε πολύ προσεκτικά τους ηθοποιούς που θα τους ενσάρκωναν.

Ο Νίγκι αναφέρει ότι βρήκε συναρπαστική την mo-cap (motion capture) εμπειρία που έζησε στα γυρίσματα. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Σου δίνει την αίσθηση της πραγματικότητας και της αυθεντικότητας, αλλά επιτρέπει στον ηθοποιό να κάνει και πιο ακραία πράγματα. Τον απελευθερώνει σε ένα επίπεδο. Του επιτρέπει να «πετάξει» λίγο.

Ο Νίγκι, υπό την καθοδήγηση του Σίνγκερ υιοθέτησε βαριά Ιρλανδέζικη προφορά προκειμένου να ενσαρκώσει τον Φάλον. Για να το πετύχει αυτό, κάθε πρωί, πριν τα γυρίσματα έκλεινε τα παράθυρα του αυτοκινήτου και φώναζε με όλη του τη δύναμη για 20 λεπτά μέχρι να αποκτήσει την τραχιά φωνή του Φάλον.

Ο Σίνγκερ είχε οραματιστεί μία πολύ γήινη εικόνα για τους γίγαντες. Σχετικά με την επιφάνεια του δέρματός τους, λέει, ότι με την πρώτη ματιά, φαίνεται ζωντανή, σα να βράζει, ή να είναι μαλλιαρή ή γεμάτη ζιζάνια. Οι γίγαντες βρίσκονται σε απομόνωση για χίλια χρόνια και το δέρμα τους πρέπει να έχει έντονα σημάδια χρόνου και εγκατάλειψης.

Για να υιοθετήσουν τη σωστή κίνηση και το βάδισμα όντων 25 πόδια ψηλών, οι ηθοποιοί που ενσάρκωναν τους γίγαντες εκπαιδεύτηκαν από το χορογράφο Πίτερ Έλιοτ. Οι δημιουργοί ήθελαν να αποφύγουν την κλισέ εικόνα του δυσκίνητου γίγαντα, και επέλεξαν να τους κάνουν πιο ενεργητικούς αντιπάλους. Επιπλέον, ο Έλιοτ προσπάθησε να κάνει διαφορετικές τις κινήσεις του κάθε χαρακτήρα, ώστε να είναι διακριτοί και με ιδιομορφίες και να μην έχουν την εικόνα ενός στρατού κλώνων.

Αφού πειραματίστηκαν με διάφορες εκδοχές, οι δημιουργοί κατέληξαν ότι η διαφορά ύψους μεταξύ των γιγάντων και των ανθρώπων θα έπρεπε να είναι 4 προς 1. Ο,τιδήποτε λιγότερο, θα ήταν ιδιαίτερο εκφοβιστικό και θα ελάττωνε το βαθμό διαδραστικότητας που ήθελαν να έχουν οι γίγαντες με τους ανθρώπους.

Για να έχει η δράση των ηθοποιών μία ενιαία εικόνα υιοθετήθηκε η τεχνολογία Simul-Cam που είχε χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά στο "Avatar" του Τζέιμς Κάμερον. Η τεχνολογία αυτή, επιτρέπει στον σκηνοθέτη να προβάλλει προ-καταγεγραμμένες CG εικόνες, σε ζωντανές σκηνές δράσης και αληθινά σκηνικά και να δημιουργεί εκ νέου μία ολοκληρωμένη σκηνή στην οθόνη.

Η τεχνολογία motion capture δεν χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για τους γίγαντες. Τη χρησιμοποίησαν και πολλοί ηθοποιοί για την ερμηνεία τους. Για τον Γιούαν Μακ Γκρέγκορ αυτή ήταν η πρώτη φορά που τη δοκίμαζε. Οι κινήσεις του καταγράφηκαν και ψηφιοποιήθηκαν, ώστε να μπορούν να είναι επεξεργάσιμες όταν θα χρειαζόταν να κάνει ένα πολύ μεγάλο άλμα ή πτώση. Οπότε τον κινηματογραφούσαν όταν ξεκινούσε να τρέχει για να πηδήξει, μετά αναπαρήγαγαν ψηφιακά την εικόνα του στον αέρα και στη συνέχεια «κολλούσαν» τη στιγμή που προσγειωνόταν στη γη. Επιπλέον, αναπαράγοντας τις κινήσεις της κανονικής κάμερας με 34αρες mo-cap κάμερες, ο Σίνγκερ μπορούσε να επιλέξει οποιαδήποτε γωνία για να συνεχίσει τη δράση, από πάνω, από κάτω, ή πίσω από τους γίγαντες, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε σκηνής.

Το καταπράσινο τοπίο της κατοικίας του βασιλιά Henry VIII στο Χάμπτον, στο νότιο Λονδίνο χρησιμοποιήθηκε για την επαρχία του Κλόιστερ, όπου διαδραματίζεται μέρος της ταινίας. Ο Καθεδρικός του Νόρουιτς, που χτίστηκε στο 1100, «δάνεισε» την εκπληκτική αρχιτεκτονική του, στην αίθουσα του θρόνου του βασιλιά Μπράμγουελ. Κάποια κομμάτια του φαραγγιού Τσένταρ στο Σόμερσετ της νοτιοδυτικής Αγγλίας, αποδείχθηκαν το τέλειο σκηνικό για τα άγρια τοπία της Γκάντουα. Επιπλέον, για τις σκηνές της δράσης επιλέχτηκε το αρχαίο δάσος Πάζλγουντ, στο Γκλούστερσαϊρ, ένας λαβύρινθος μονοπατιών, ρεματιών, ποωδών βράχων και πανύψηλων δέντρων.

Παρά το γεγονός ότι οι γίγαντες και όλα όσα έχουν χτίσει και όλα όσα χρησιμοποιούν - τα σπίτια τους, τα έπιπλά τους, τα εργαλεία τους, οι πανοπλίες και τα σκεύη τους - είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερα από το κανονικό μέγεθος, η γη που κατοικούν είναι πολύ περιορισμένη, και αυτός είναι και ο λόγος που θέλουν να εξαπλωθούν στη γη των ανθρώπων.

Για τη σκηνή κατά την οποία οι πρωταγωνιστές προσπαθούν να αποκρούσουν την επίθεση των γιγάντων στο παλάτι του Κλόιστερ, χρησιμοποιήθηκαν περίπου 200 κομπάρσοι. Ο Σίνγκερ ήθελε στην ταινία να υπάρχουν στην ίδια περίπου αναλογία τεχνητά και φυσικά εφέ και αυτό ήταν κάτι που τήρησε κατά γράμμα ο υπεύθυνος ειδικών εφέ Ντομινίκ Τουόι.

Η φασολιά αποτελεί το κεντρικό σημείο της ιστορίας, τόσο σε πρακτικό, όσο και σε συμβολικό επίπεδο. Η διαδικασία δημιουργίας της ήταν ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα. Φτιάχτηκε από κόντρα πλακέ, αφρό, γύψο, λάστιχο και οπτικά εφέ. Οι δύο ηθοποιοί εξασκήθηκαν στην αναρρίχηση (σε ειδικά διαμορφωμένο τοίχο) προκειμένου να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι τις σκηνές που ανεβοκατέβαιναν και πολεμούσαν πάνω στη φασολιά.

Το κοτσάνι της φασολιάς έπρεπε να φαίνεται φυσικό, αλλά και αρκετά δυνατό ώστε να μπορεί κάποιος να αναρριχηθεί και να σταθεί πάνω του. Το ίδιο δύσκολη ήταν και η απεικόνιση των φύλλων. Δημιουργήθηκαν φύλλα σε διαφορετικά μεγέθη και από διαφορετικά υλικά, ενώ κάποια έπρεπε να φαίνονται πιο ξεραμένα από άλλα. Ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη διαδικασία, για την οποία χρησιμοποιήθηκε η τεχνολογία CGI.

Θέλοντας να δώσει ένα περισσότερο μοντέρνο στιλ στα ρούχα, η Τζοάνα Τζόνστον (υπεύθυνη κοστουμιών) επέλεξε στοιχεία που να αντικατοπτρίζουν τον 12ο αιώνα, όπως μανδύες και κουκούλες και τα συνδύασε με πιο μοντέρα κομμάτια. Έτσι, για παράδειγμα, φόρεσε στον Νικ ένα δερμάτινο σακάκι με κουκούλα και ένα t-shirt από μέσα, ένα ριχτό και ασύμμετρο παντελόνι και μπότες εργασίας. Έτσι, φαίνεται να ταιριάζει με εκείνη την εποχή, αλλά φέρνει λίγο και στο σημερινό νεανικό λουκ. Έπρεπε να δείχνει ωραίος, αλλά όχι υπερβολικά μοντέρνος, λαμβάνοντας υπόψη την ταπεινή καταγωγή του.

Η γκαρνταρόμπα της Έλινορ Τόμλισον αντανακλά τη διπλή της υπόσταση: μία κομψή πριγκίπισσα, αλλά και μία ινκόγκνιτο τυχοδιώκτισσα.. Τα φορέματα της έπρεπε να είναι εκθαμβωτικά, αλλά να βγάζουν και το αγοροκόριτσο που έκρυβε μέσα της. Αυτός είναι και ο λόγος που φορά ένα μεγάλο καπέλο με γείσο, κάτω από το οποίο μπορεί να κρυφτεί όταν θέλει, που ταυτόχρονα όμως τονίζει και τη γοητεία της.

Η Τζόνστον δημιούργησε και αυτή - όπως οι υπεύθυνοι για τα ψηφιακά εφέ – ειδικά υπερμεγέθη κοστούμια για τους γίγαντες, το στρατηγό Φάλον και τους τεράστιους συντρόφους του. Ήταν η τρίτη φορά που καταπιανόταν στην καριέρα της με CGI, οπότε γνώριζε καλά θέματα όπως η υφή και το εύρος της κίνησης. Αρχικά δημιούργησε τους σωματότυπους και την αρχιτεκτονική του προσώπου και στη συνέχεια πρόσθεσε τα επιμέρους ενδυματολογικά στοιχεία που ταίριαζαν στον κάθε χαρακτήρα. Συνολικά, η ίδια και η ομάδα της έφτιαξαν περίπου 2.000 κοστούμια. Πολλά από αυτά - που βασίστηκαν σε δικά της σχέδια, ράφτηκαν στο χέρι και το ύφασμα έγινε ειδική παραγγελία. Οι επιρροές της ήταν τόσο από την τέχνη όσο και από τη μόδα: από τον Pieter Bruegel και William Waterhouse (19ος αι.), μέχρι τον Alexander McQueen και τα ρούχα που φορούν τα παιδιά στους δρόμους, σήμερα.